ΒΙΒΛΙΟ

Τολμηρή πρόταση για την έννοια «πολιτικό»

tolmiri-protasi-gia-tin-ennoia-politiko-2019313

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΟΖΑΚΟΥ, ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΡΑ  (επιμ.), 
Ελληνικά Παράδοξα. Πατρωνία, Κοινωνία Πολιτών και Βία
εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 496

Πρόσφατα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» ο πρώτος από τρεις τόμους της μικρής σειράς «Αναθεωρήσεις του πολιτικού», η οποία είναι αποτέλεσμα του ομώνυμου διεθνούς επιστημονικού συμποσίου που είχε πραγματοποιηθεί στη Μυτιλήνη το 2007, με αφορμή τα είκοσι χρόνια του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Τη συνολική ευθύνη της σειράς φέρουν οι Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, Εφη Πλεξουσάκη και Κατερίνα Ροζάκου.

Το όλο έργο, αλλά και ο υπό συζήτηση τόμος ειδικότερα, είναι θεμελιωμένο σε έναν διευρυμένο ορισμό του «πολιτικού», που υπερβαίνει τα όρια της «πολιτικής» και συμπεριλαμβάνει πεδία κοινωνικών σχέσεων και εξουσίας που δεν περιορίζονται στους κατεξοχήν «τόπους του πολιτικού», όπως είναι το κράτος, η διακυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα κ.λπ. Οι δεκαπέντε μελέτες που  συνθέτουν τον πρώτο τόμο –πονήματα ανθρωπολόγων, πολιτικών επιστημόνων και ιστορικών– εστιάζουν σε τρεις διαφορετικές θεματικές, που, με μια πρώτη ματιά, φαίνονται ετερόκλητες και αντιθετικές: το πελατειακό κράτος, την κοινωνία των πολιτών και τη βία. Ετσι, η διερεύνηση της «συμβίωσης» των πελατειακών σχέσεων και της κοινωνίας πολιτών (Σωτηρόπουλος) συνυπάρχει στον τόμο με μελέτες που έχουν ως αντικείμενο την εθελοντική δράση στη σύγχρονη Αθήνα και Θεσσαλονίκη (Ροζάκου, Μπακαλάκη), τους άμαχους και τη βία του πολέμου στην Ελλάδα του ’40 (Βόγλης), τη βεντέτα στην ορεινή Κρήτη (Τσαντηρόπουλος, Αστρινάκη) αλλά και την οπτικοποιημένη βία του σύγχρονου μιντιακού συμβάντος (Παπαηλία). Η συγκεκριμένη ετερογένεια των θεματικών προκαλεί στον αναγνώστη μια καταρχήν έκπληξη ή και προβληματισμό.

Ωστόσο, η Εισαγωγή του τόμου, γραμμένη από τις δύο επιμελήτριες –Κατερίνα Ροζάκου, ανθρωπολόγο και Ελένη Γκαρά, ιστορικό– καθώς και τον επίσης ιστορικό Γιάννη Γιαννιτσιώτη, απαντά σε αυτήν την έκπληξη, με μια πρόταση που μετασχηματίζει την πολυσυλλεκτικότητα των κειμένων από πρόβλημα σε δυνατό σημείο του ανά χείρας βιβλίου. Συγκεκριμένα, οι τρεις συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η συνάρθρωση των διαφορετικών μελετών σε έναν τόμο είναι θεμελιωμένη στην υιοθέτηση της κατηγορίας της «δημόσιας κοινωνικότητας» ως εννοιολογικού εργαλείου που επιτρέπει την ανάδειξη της πολιτισμικής σημασίας της κοινωνικής συνάφειας. Με άλλα λόγια, παίρνουν τη δημιουργική πρωτοβουλία να προτείνουν σαν θεωρητικό πλαίσιο για τη διερεύνηση φαινομένων καταρχήν αντιθετικών το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται στη δημόσια σφαίρα. Επισημαίνουν, μάλιστα, ότι στο συγκεκριμένο έργο, η έννοια του δημόσιου δεν προβάλλεται σε αντιπαράθεση με το ιδιωτικό αλλά σαν ένα πεδίο ανάμεσα στον οίκο και την πόλη που αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο διάδρασης των υποκειμένων. Τέλος, υπογραμμίζουν τη σημασία της έννοιας της αμοιβαιότητας, η οποία άλλοτε με θετικό και άλλοτε με αρνητικό πρόσημο καθίσταται κομβική για την κατανόηση της πολιτικής διάστασης της δημόσιας κοινωνικότητας.

Αναθεώρηση

Η συγκεκριμένη ερμηνευτική πρόταση έχει ενδιαφέρον γιατί ακριβώς συμβάλλει γόνιμα στη διαμόρφωση μιας «αναθεωρητικής» προσέγγισης του πολιτικού. Το εύρος των προσεγγίσεων και η συνδυαστική τους παρουσία δίνουν τροφή για σκέψη, ενώ η έμφαση στον «επίσημο» αλλά και τον «ανεπίσημο» λόγο αποτελεί ξεκάθαρη επιστημονική και, παράλληλα, πολιτική πρόταση. Ωστόσο, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι η πλαισίωση της έννοιας της δημόσιας κοινωνικότητας από εκείνη της θετικής και αρνητικής αμοιβαιότητας αποτελεί αδύναμο σημείο της Εισαγωγής. Ο αναλυτικότερος σχολιασμός της συγκεκριμένης έννοιας θα συνέβαλλε στην κριτική τοποθέτησή της στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας και στην αντιμετώπιση ερωτημάτων που αναδύονται από την υιοθέτησή της.

Συνολικά, η τολμηρή συνθετική πρόταση που χαρακτηρίζει τα «Ελληνικά Παράδοξα» καθιστά τον τόμο ξεχωριστό και ισορροπημένο συλλογικό έργο που προσεγγίζει την έννοια του πολιτικού μέσα από τη γόνιμη συνεργασία των τριών επιστημονικών πεδίων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οπως συμβαίνει συχνά με τα συλλογικά έργα, έτσι και στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου, ορισμένα κείμενα ξεχωρίζουν. Ωστόσο, ο τόμος στο σύνολό του δικαιώνει την απόσταση των έξι περίπου χρόνων που χωρίζει το εκδοτικό εγχείρημα από το προηγηθέν συμπόσιο, ενώ τρέφει την αναμονή μας για τους δύο επόμενους.