ΒΙΒΛΙΟ

Οσα φέρνει ο χρόνος

osa-fernei-o-chronos-2024714

ΝΙΚΗ ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΥ
Το τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητας
εκδ. Εστία, σελ. 176

​​Παρά τον μελοδραματικό τίτλο που ατυχώς επιλέγει η συγγραφέας Νίκη Τρουλλινού, στα περισσότερα από τα είκοσι δύο διηγήματα της πρόσφατης συλλογής της κατορθώνει να συγκρατήσει τους πλεονάζοντες συναισθηματισμούς προς όφελος της αμφιθυμίας και του υπαινιγμού. Η νοσταλγία του τίτλου διαχέεται στα κείμενα, αλλά η αναπόληση του περασμένου χρόνου δεν περιορίζεται σε γλυκερούς ρεμβασμούς. Τα πρόσωπα του βιβλίου δυσκολεύονται να κινηθούν στο παρόν εξαιτίας ακριβώς της υπερφορτωμένης τους μνήμης, που διαρκώς ξεβράζει μπροστά τους παλιές ιστορίες και ξεθυμασμένα, επώδυνα ωστόσο στη θύμησή τους, πάθη. Οι ιδιωτικές αφηγήσεις μπλέκονται με τις συλλογικές για να συμφυρθούν σε ένα ασήκωτο παρελθόν, από το οποίο αδυνατούν να απεγκλωβιστούν. Ενας από τους ήρωες σκέφτεται πως το παρόν του ήταν «μεταμφιεσμένο με τα αποφόρια ζωής ολάκερης».

Η Τρουλλινού εστιάζει την προσοχή της σε στιγμιότυπα επιλεγμένα για να καταδείξουν τη συντριπτική πίεση του σωρευμένου χρόνου. Φευγαλέες εικόνες, που αναγκάζουν τους ήρωες να αναλογιστούν όλα εκείνα τα ανείπωτα, τα «άραχλα και βουβά», που τους τυραννούν, την πολλή Ιστορία, που τους πολιορκεί. Ενας σωρός παλιοσίδερα, σκουπίδια μιας ανακυκλώσιμης ευμάρειας, που διασφαλίζουν τον επιούσιο ενός αλλοδαπού, ο μουχλιασμένος χρόνος σε κιτρινισμένες φωτογραφίες, το πορτρέτο μιας γερόντισσας, που κρύβει με τις παλάμες το πρόσωπό της σε μια παντομίμα απολογίας, μια βαλίτσα, που υπόσχεται πλατύτερους ορίζοντες, πράγματα σε κούτες, που κατρακυλούν στις σκάλες, βαριά από τις ημέρες που κατακάθισαν πάνω τους, το φαφούτικο στόμα ενός ζητιάνου, που χάσκει σαν εφιάλτης, «χοάνη να μασά και να ξερνά όνειρα, να μασουλά ελπίδες και να μας τις φτύνει στα μούτρα». Σε αυτά τα θραύσματα από τις ζωές των άλλων οι ήρωες βρίσκουν κάτι απόλυτα δικό τους, ξαναθυμούνται τις επιθυμίες και τις απώλειές τους.

Ο άνδρας, που ελεεί τον φαφούτη ζητιάνο, ο άλλος, που νιώθει ντροπή για τον μόχθο του ρακοσυλλέκτη και τον σκουριασμένο θησαυρό του, η γυναίκα, που αγοράζει από τα ξεπουλημένα προικιά μιας μετανάστριας, και κυρίως η πόρνη και ο τυφλός, που ζουν τη μικρή ερωτική τους ιστορία σε ένα Βερολίνο το οποίο οδεύει στο τέλος μιας ιστορίας μεγάλων παθών, είναι εκείνοι οι χαρακτήρες οι οποίοι εξυπηρετούν καλύτερα την προσπάθεια της Τρουλλινού να αποτυπώσει τη δύσκολη συνάντηση με τον ξένο. Σε άλλα διηγήματα, όμως, όπως στο «Χριστουγεννιάτικο τσάι», στα «Πορτοκάλια του Δαιδάλου» και στο «Ακορντεόν ανάπηρο», η συγγραφέας δεν αποφεύγει την κοινότοπη συμπόνια και τις αναστάσιμες κορώνες του μελοδραματισμού, το ηθικό της μήνυμα παραείναι προφανές. Επιμέρους παραφωνίες σε μια χαμηλόφωνη συλλογή με διακριτικές φωτοσκιάσεις. Εξαιρετικό για τη σύζευξη ζωής και θανάτου το διήγημα «Στην κορυφή του Γιούχτα», όπου το πέταγμα ενός όρνιου απαλλάσσεται από τον δυσοίωνο συμβολισμό για να δημιουργήσει αντίστιξη με το φτερούγισμα από τη ζωή ενός φίλου, του οποίου το βλέμμα στις ίδιες βουνοκορφές είχε χαθεί, λίγο πριν χαθεί και αυτός. Συγκινητικό είναι επίσης το συναισθηματικό λύγισμα του ήρωα μέσα στο σκοτάδι του σινεμά, όπου ξαφνικά διαλάμπουν οι πιο σκοτεινές μνήμες.

Υστερα από ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, το μοναδικό μέχρι στιγμής, η Νίκη Τρουλλινού επιστρέφει στη μικρή φόρμα επιβεβαιώνοντας τη δεξιότητά της στη σταχυολόγηση λεπτομερειών, φορτισμένων με πολλαπλές νοηματοδοτήσεις. Η προσήλωσή της στο καθημερινό δεν κρύβει τη μέριμνα του βλέμματός της να κατοπτεύσει μια ευρύτερη επικράτεια. Πέρα από τα αποτυπώματα του χρόνου σε αντικείμενα και αναμνήσεις, που παρεμποδίζουν την ολόψυχη συμμετοχή στο παρόν αναμοχλεύοντας ενοχές και ετεροχρονισμένες μεταμέλειες, η συγγραφέας έλκεται φανερά από την ίδια τη γραφή. Μόνο το μολύβι πάνω στο χαρτί μπορεί να επιχειρήσει την ονειρώδη διαδρομή «από το βιωμένο στο πιθανά γενόμενο και ποτέ επελθόν».