ΒΙΒΛΙΟ

Από το πάθος στο πένθος

apo-to-pathos-sto-penthos-2051928

ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΡΑ
Από τη μέση και κάτω
εκδ. Πατάκη, σελ. 134

Το σώμα ερωτεύεται από τη μέση και κάτω, αλλά οι ήρωες της Μαρίας Μήτσορα υποφέρουν σύγκορμα από τα δεινά του έρωτα. Το πάθος τούς σπρώχνει στις πιο σκιερές πτυχές του εαυτού τους, ενώ ακόμα και οι εκπληρωμένες επιθυμίες τους σκιάζονται από την απειλή μιας ασύλληπτης δυστυχίας. Αλλόφρονες από την παραφορά, γίνονται παρανάλωμα από τη φλόγα του συναισθήματος, για να βρεθούν ξέπνοοι στο χείλος του Αδη. Από το πάθος περνούν στο πένθος. Η Μήτσορα χειρίζεται εκπληκτικά το στερεότυπο λογοτεχνικό πλησίασμα έρωτα και θανάτου, σκηνογραφώντας τις σκοτεινές όψεις της περιπάθειας με έναν μυστηριακό διάκοσμο, γοητευτικό όσο και ερεβώδη, όπου καλπάζουν άλογα σαν ενσαρκώσεις του παραλόγου.

Μολονότι οι αφηγητές των ιστοριών είναι ερμητικοί, απλησίαστοι και αδιόρατα ραγισμένοι, σπαράζουν για το σώμα του άλλου και η ένταση αυτής της ανάγκης τούς εξαγριώνει. Οταν επιθυμούν νιώθουν να πεθαίνουν και γι’ αυτό θέλουν να σκοτώσουν αλλά και να σκοτωθούν. Ενας αισθάνεται τον έρωτα να κυλάει παγωμένος στη ραχοκοκαλιά του, γιατί η επιθυμία του έχει «τη λογική του κακού που εξολοθρεύει το καλό». «Στεγνώνει το στόμα μου μόνο που τη σκέφτομαι, η ηθική τάξη μέσα μου διασαλεύεται κι η πράξη τρέχει αυτόνομη ανελέητη από εμένα προς εκείνη».

Ακόμα και τα ευοίωνα ειδύλλια υπονομεύονται από μακάβριες νύξεις. Σε έναν κήπο, όπου «σκιές θανάτου έπαιζαν κρυφτό», ανθίζει ένας έρωτας, που παραλίγο να τελειώσει άωρα, με την αυτοκτονία του εραστή. Οταν η αγαπημένη του πέφτει στην αγκαλιά του, δεν καταλαβαίνει πως κινδύνευε να πέσει στο κενό, καθώς τίποτα από εκείνον δεν υπήρχε πια. Ηταν ολότελα άδειος. Σε άλλο πεζό, η ηρωίδα, υποταγμένη σε έναν αιφνίδιο πόθο, ακολουθεί τα ίχνη ενός αγνώστου, διασχίζοντας ένα νυχτερινό τοπίο με προορισμό τη νεκρόπολη της Πέτρας, ονειρευόμενη «εκθαμβωτικά ταφικά μνημεία». Τελικά, την πολυπόθητη συνεύρεση στεγάζει ένα δωμάτιο, όπου «η κρυάδα του θανάτου αναδίδεται από τα μαυρόασπρα πλακάκια». Μια άλλη εύχεται να μπορούσε να ταξιδέψει στο «Τέλος της Υλης», ένα ακρωτήριο, όπου πεθαίνουν οι αναμνήσεις και μαζί οι επιθυμίες, γιατί ο δικός της εραστής ήταν πια άυλος. «Αϋλος αλλά πιεστικός, ένας εφιαλτικός θησαυρός». Βασανισμένος από μια ανέφικτη παρουσία είναι και ο αφηγητής στο «Καφέ σκυλί τον Νοέμβρη», ο οποίος καταδυόταν σε σκοτεινούς διαδρόμους, που οδηγούσαν σε άγνωστα κρεβάτια και γυμνά κορμιά, για να γλιτώσει από εκείνη που τον καταδίωκε σαν έμμονη ιδέα.

Αριστοτεχνικά αποδίδεται η παρείσδυση της ενόρμησης του θανάτου στην ερωτική επιθυμία στα «Κρυφά ρήματα», το πιο υποβλητικό διήγημα της συλλογής. Δύο εραστές παίρνουν έναν «ανήφορο προαιώνιο», σε μια μακάβρια εκδρομή, από την οποία επιστρέφει μόνον ο ένας. Εκείνη γκρεμίζεται από την απόκρημνη απελπισία της στην κοίτη του ποταμού στο βάθος της χαράδρας, ξαπλώνοντας «ανάμεσα σε πέτρες μεγάλες σαν παγωμένα στρώματα». Αντιθέτως, ευτυχέστερο βαίνει το αίσθημα των εραστών στο «Downtown Athens», μολονότι επιγράφεται ως «ένας έρωτας στον κάτω κόσμο». Ενας σαρκαστικός υπαινιγμός για την κοινοτοπία της ευτυχίας. Ωστόσο, και εδώ ο άνδρας, πριν συναντήσει τα μάτια της αγαπημένης του, που «μυστικά τον έντυναν με μια ευχή παραμυθιού», είχε αναρωτηθεί μήπως ανάμεσα στα πόδια των γυναικών «ανακάλυπτε ένα τοπίο παγερό κι επιτύμβιες στήλες».

Η Μαρία Μήτσορα ξέρει πολύ καλά να προσδίδει μυθοπλαστική υπόσταση στο σκοτάδι. Η ιδιαίτερη υφολογία της πεζογραφίας της οφείλει πολλά στην περιδιάβαση στα ερέβη του ψυχισμού, ο οποίος αποκαλύπτεται στις σελίδες σαν ο πιο απόκοσμος και αδυσώπητος τόπος, αλλά πρωτίστως στην τέλεια τεχνική των φράσεων. Το περίτεχνα ζοφερό σκηνικό των ιστοριών της χτίζεται από μια γραφή έξοχα σφυρηλατημένη, πυκνή και ισχυρή, ωμή με τρόπο όμως ποιητικό, εξεζητημένα παράλογη χάρη στην αυστηρή της συγκρότηση, που μεταπλάθει τον διαφαινόμενο μελοδραματισμό σε ένα απρόσμενα σκληρό εκφραστικό μέσο. Το παρόν βιβλίο έρχεται να επικυρώσει την ιδιοτυπία μιας αξιοπρόσεκτης συγγραφικής προσωπικότητας.