ΒΙΒΛΙΟ

Στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου

29s10vivl
event_20485_original_0
9786180110272-1

Το νέο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο «Ο θαμμένος γίγαντας» διαδραματίζεται στα χρόνια των ιπποτών και στην Αγγλία του βασιλιά Αρθούρου, όταν η ειρήνη ανάμεσα σε Σάξονες και Βρετόνους ήταν εξαιρετικά εύθραυστη. Αυτό είναι το έβδομο μυθιστόρημα του διάσημου (κυρίως για τα «Απομεινάρια μιας ημέρας») ιαπωνικής καταγωγής Βρετανού συγγραφέα, και το πρώτο έπειτα από δέκα χρόνια εκδοτικής απουσίας. Γεννημένος στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας το 1954 και μεγαλωμένος στη Μεγάλη Βρετανία, ο Ισιγκούρο υπήρξε τέσσερις φορές υποψήφιος για το βραβείο Μπούκερ και μία φορά νικητής, με το μυθιστόρημα «Τα απομεινάρια μιας ημέρας», που ο Τζέιμς Αϊβορι μετέφερε στη μεγάλη οθόνη. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες και σήμερα θεωρείται από τους σημαντικότερους Βρετανούς συγγραφείς. Ο «Θαμμένος γίγαντας» θα κυκλοφορήσει εντός της ερχόμενης εβδομάδας στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της συγγραφέως Αργυρώς Μαντόγλου. Σήμερα, η «Κ» προδημοσιεύει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

Η ιστορία

«Δεν ούρλιαξε ούτε στιγμή από τον τρόμο, ούτε παρακάλεσε το πλάσμα να τον λυπηθεί. Μετά τις πρώτες επιθέσεις εκείνου του πλάσματος –που τον βρήκαν απροετοίμαστο–, ο Εντουιν το απέκρουσε με το κεφάλι ψηλά. Είχε πράγματι την ετοιμότητα να καταλάβει πως το πλάσμα ήταν ένα νήπιο, και πως είχε πολλές πιθανότητες να το τρομάξει, όπως θα μπορούσε να τρομάξει κανείς έναν αφηνιασμένο σκύλο. Γι’ αυτό και είχε κρατήσει τα μάτια του ορθάνοιχτα και προσπαθούσε να το κοιτάζει αφ’ υψηλού. Η πραγματική του μητέρα, ήταν σίγουρος, θα ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτόν και για τα κατορθώματά του. Πράγματι, τώρα που το σκεφτόταν, όλο το μίσος του πλάσματος είχε εξαντληθεί αμέσως μετά τις πρώτες αιφνίδιες επιθέσεις του, και στη συνέχεια ο Εντουιν ήταν αυτός που κέρδιζε όλο και περισσότερο τον έλεγχο της συμπλοκής. Θυμήθηκε και πάλι το πλάσμα να γρατζουνάει τον αέρα, και, τώρα που το σκεφτόταν, του φάνηκε πιθανόν πως αυτό δεν ήταν λόγω της λαχτάρας του να συνεχίσει την πάλη, αλλά ήταν απλά πανικός επειδή το λουρί σφιγγόταν γύρω από τον λαιμό του. Πιθανότατα, το πλάσμα να είχε ήδη θεωρήσει τον Εντουιν νικητή, κι αυτός να ήταν και ο λόγος για τον οποίο η όλη επιχείρηση είχε τερματιστεί.

“Σε είδα, αγόρι μου”, είχε πει ο γερο-Στέφα. “Εχεις κάτι το σπάνιο. Μια μέρα θα βρεις κάποιον να σε διδάξει  τις τεχνικές που αρμόζουν στην ψυχή σου, που είναι ψυχή πολεμιστή. Και τότε εσύ θα είσαι αυτός που θα  φοβούνται. Εσύ δεν θα κρύβεσαι στον αχυρώνα την ώρα που οι λύκοι θα περιφέρονται ανενόχλητοι στο  χωριό”.

Τώρα πέρασαν όλα αυτά. Ο πολεμιστής τον είχε επιλέξει, και πήγαιναν μαζί σε μια αποστολή. Αλλά τι ήταν αυτό που έπρεπε να φέρουν σε πέρας; Ο Γουίσταν δεν το είχε ξεκαθαρίσει, είπε απλώς πως ο βασιλιάς του, πέρα μακριά στους βάλτους, περίμενε να ακούσει την κατάληξη. Και γιατί ταξίδευαν μαζί τους αυτοί οι δυο ηλικιωμένοι Βρετανοί που ήθελαν ξεκούραση σε κάθε στροφή του δρόμου;

Ο Εντουιν έσκυψε και τους κοίταξε. Τώρα συζητούσαν κάτι με τον πολεμιστή σε έντονο ύφος. Η γριά είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια να τον πείσει να κατέβει, και τώρα οι τρεις τους παρακολουθούσαν τους στρατιώτες πάνω στη γέφυρα, κρυμμένοι πίσω από δυο γιγάντια πεύκα. Από το δικό του επιτελικό σημείο, ο Εντουιν διέκρινε πως ο καβαλάρης είχε ξεπεζέψει και κουνούσε τα χέρια του στον αέρα. Επειτα οι τρεις στρατιώτες φάνηκαν να απομακρύνονται από κοντά του και ο καβαλάρης έστριψε το άλογό του και απομακρύνθηκε καλπάζοντας πέρα από τη γέφυρα, για να κατέβει και πάλι το βουνό.

Ο Εντουιν είχε αναρωτηθεί νωρίτερα για τον λόγο για τον οποίο ο πολεμιστής ήταν τόσο απρόθυμος να παραμείνει στον κεντρικό δρόμο του βουνού και είχε επιμείνει να πάρουν το απότομο μονοπάτι της λοφοπλαγιάς· τώρα ήταν εμφανές πως ήθελε να αποφύγει καβαλάρηδες σαν αυτόν που είχαν μόλις δει. Αλλά δεν υπήρχε τρόπος να συνεχίσουν τη διαδρομή τους χωρίς να βγουν στον δρόμο και χωρίς να διασχίζουν τη γέφυρα με τους καταρράκτες, οι δε στρατιώτες ήταν ακόμη εκεί. Δεν είδε άραγε ο Γουίσταν από κει κάτω που βρισκόταν πως ο καβαλάρης είχε φύγει; Ο Εντουιν ήθελε να τον ειδοποιήσει γι’ αυτή την εξέλιξη, αλλά προτίμησε να μην του φωνάξει πάνω από το δέντρο, γιατί μπορεί να τον άκουγαν οι στρατιώτες. Επρεπε να κατέβει για να του το πει. Ισως ο πολεμιστής να δίσταζε να συγκρουστεί με τέσσερις πιθανούς αντιπάλους, αλλά τώρα που είχαν απομείνει μόνο τρεις πάνω στη γέφυρα μπορεί να το ξανασκεφτόταν. Αν ήταν μόνοι τους, ο Εντουιν με τον πολεμιστή, θα πήγαιναν σίγουρα εδώ και ώρα να συγκρουστούν με τους στρατιώτες, αλλά αυτό το ζευγάρι των ηλικιωμένων έκανε τον Γουίσταν πιο συγκρατημένο. Αναμφίβολα, ο Γουίσταν τούς είχε φέρει μαζί του για κάποιο σοβαρό λόγο, και μέχρι τώρα ήταν ευγενικοί με τον Εντουιν, αν και πολύ βαρετή παρέα.

Θυμήθηκε ξανά τα παραμορφωμένα χαρακτηριστικά της θείας του. Είχε αρχίσει να ουρλιάζει και να τον καταριέται, αλλά τώρα πια τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μετρούσε. Τώρα ήταν με τον πολεμιστή και ταξίδευε, όπως ταξίδευε και η πραγματική μητέρα του. Και ποιος θα μπορούσε να το αποκλείσει πως θα τη συναντούσαν κάπου; Θα ήταν πολύ περήφανη να τον δει όρθιο μπροστά της στο πλευρό του πολεμιστή. Και οι άντρες που ήταν μαζί της θα έτρεμαν από τον φόβο.

Ο Γουίσταν πλησίασε και χαμήλωσε τη φωνή του. “Αυτός ο τόπος, όχι μόνο αυτός ο παλιός πύργος, αλλά ολόκληρος αυτός ο χώρος, όλο αυτό που οι άνθρωποι σήμερα αποκαλούν ‘μοναστήρι’, πάω στοίχημα πως ήταν κάποτε ένα φρούριο που το έχτισαν οι Σάξονες πρόγονοί μας σε περιόδους πολέμου. Γι’ αυτό και περιέχει πολλές πονηρές παγίδες για να υποδέχονται τους Βρετανούς εισβολείς”. Ο πολεμιστής απομακρύνθηκε και άρχισε να προχωράει αργά στην περίμετρο του δαπέδου, κοιτάζοντας κάτω την τάφρο. Κάποια στιγμή κοίταξε και πάλι ψηλά και είπε: “Φαντάσου να ήταν φρούριο αυτό το μέρος, αγόρι μου. Η πολιορκία, μετά από πολλές μέρες να σπάει, ο εχθρός να εισβάλλει. Μάχες σε κάθε περίβολο, σε κάθε τοίχο. Τώρα φαντάσου κι αυτό. Δύο από τους Σάξονες προγόνους μας, εκεί έξω στον περίβολο, να έχουν αιχμαλωτίσει έναν μεγάλο αριθμό Βρετανών. Μάχονται γενναία, αλλά ο αριθμός των εχθρών είναι πολύ μεγαλύτερος αριθμητικά και οι ήρωές μας πρέπει να οπισθοχωρήσουν. Ας υποθέσουμε πως υποχωρούν σε τούτο το σημείο, μέσα σ’ αυτόν ακριβώς τον πύργο. Περνούν αυτή τη γεφυρούλα και έρχονται να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους εδώ ακριβώς. Οι Βρετανοί ανακτούν την εμπιστοσύνη τους. Εχουν στριμώξει τους δικούς μας. Εισβάλλουν με τα ξίφη τους και τα σπαθιά τους, τρέχουν πάνω στη γέφυρα να φτάσουν τους δικούς μας. Οι γενναίοι πρόγονοί μας ρίχνουν κάτω τους πρώτους από αυτούς, αλλά σύντομα είναι αναγκασμένοι να οπισθοχωρήσουν. Για κοίτα εδώ, νεαρέ. Οπισθοχωρούν ανεβαίνοντας αυτή την ελικοειδή σκάλα κατά μήκος του τείχους. Κι άλλοι περισσότεροι Βρετανοί περνάνε την τάφρο, μέχρι που αυτός ο χώρος που τώρα στεκόμαστε γεμίζει ασφυκτικά. Παρότι οι Βρετανοί είναι περισσότεροι σε αριθμό, δεν μπορούν αυτό να το εκμεταλλευτούν. Επειδή οι γενναίοι πρόγονοί μας μάχονται στοιχισμένοι ανά δύο στη σκάλα και οι εισβολείς είναι υποχρεωμένοι να παλέψουν κι αυτοί ανά δύο ενάντια σε δύο. Οι ήρωές μας είναι καλά εκπαιδευμένοι, και, παρότι οπισθοχωρούν και όλο και ανεβαίνουν ψηλότερα, οι εισβολείς δεν μπορούν να τους κατατροπώσουν. Καθώς οι Βρετανοί πέφτουν, ακολουθούν οι επόμενοι και παίρνουν τη θέση τους, αλλά, με τη σειρά τους, πέφτουν κι εκείνοι. Είναι βέβαιο πως οι δικοί μας εξαντλούνται. Οπισθοχωρούν ανεβαίνοντας συνεχώς, οι εισβολείς τούς καταδιώκουν στα σκαλιά. Αλλά τι γίνεται τότε; Τι γίνεται τότε, Εντουιν; Μήπως στο τέλος οι πρόγονοί μας αποθαρρύνονται; Περιστρέφονται και τρέχουν τους εναπομείναντες κύκλους από σκαλιά και όλο και σπανιότερα γυρίζουν πίσω για να χτυπήσουν εκείνους που ανεβαίνουν. Και αυτό είναι ένα βέβαιο τέλος. Οι Βρετανοί θριαμβεύουν. Οσοι παρακολουθούν από κάτω χαμογελούν σαν πεινασμένοι πριν από ένα τσιμπούσι. Αλλά, για κοίταξε προσεκτικά, νεαρέ. Τι βλέπεις; Τι βλέπεις μόλις οι Σάξονες πρόγονοί μας φτάνουν σε εκείνη τη φωτεινή στεφάνη του ουρανού εκεί ψηλά;”. Αρπάζοντας τον Εντουιν από τους ώμους, ο Γουίσταν τού αλλάζει θέση, δείχνοντας πάνω το άνοιγμα. “Μίλα, νεαρέ. Τι βλέπεις;”».