ΒΙΒΛΙΟ

Για την τρέλα του έρωτα και την προδοσία

gia-tin-trela-toy-erota-kai-tin-prodosia-2076428

Με το πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Ερωτοτροπίες», ο πολυγραφότατος Ισπανός συγγραφέας Χαβιέρ Μαρίας έρχεται να επιβεβαιώσει τον γνωστό αφορισμό πως «τα βιβλία δεν γίνονται με ιδέες αλλά με λέξεις». Οσες ωραίες ιδέες, όσα ωραία θέματα κι αν έχουμε στο μυαλό μας, η λογοτεχνία είναι πρώτα απ’ όλα «οι αναγκαίες λέξεις που μπαίνουν στην κατάλληλη σειρά», αλλά και οι εσωτερικές δονήσεις των μεταφορών και των παρομοιώσεων, οι τεχνικές και τα λογοτεχνικά τεχνάσματα που αναβαθμίζουν την ποιότητα της γραφής και εξασφαλίζουν την καλύτερη απόδοση των καταστάσεων που προσπαθούμε να αφηγηθούμε.

Τα τελευταία χρόνια, πολλοί δημιουργοί υποτιμούν τη λογοτεχνικότητα ενός έργου δίνοντας περισσότερο βάρος στην πλοκή, τη δράση, την επίκαιρη θεματολογία, προσμένοντας έτσι να προσελκύσουν και περισσότερους αναγνώστες, να αγγίξουν τις πωλήσεις του προηγούμενου μπεστ σέλερ, να μεταφρασθούν ή γενικότερα να προωθηθούν στην αγορά ευκολότερα. Και όμως, παραγνωρίζοντας τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στη λογοτεχνική-ποιητική χρήση της γλώσσας και την καθημερινή πρακτική της χρήση για τη μετάδοση μιας απλής πληροφορίας, υποβιβάζουν το ίδιο τους το γραπτό.

Ο Χαβιέρ Μαρίας, σε τούτο το δοκιμιακού ύφους μυθιστόρημα, γράφει με το δέος των λέξεων και όχι των πωλήσεων. Επιλέγει την ελάχιστη πλοκή, ένα κουαρτέτο ηρώων που στροβιλίζεται γύρω από ένα αιώνιο θέμα, το πιο κοινότοπο ίσως στην ιστορία της λογοτεχνίας, τον έρωτα, και αρχίζει να κεντά πάνω στον ισχνό καμβά του ένα σαγηνευτικό κείμενο για την τρέλα του έρωτα, την απώλεια και την προδοσία.

Η αφηγήτρια της μινιμαλιστικής αυτής ιστορίας είναι η Μαρία Ντολθ, υπάλληλος σε έναν εκδοτικό οίκο της Μαδρίτης. Η Μαρία έχει το συνήθειο να παίρνει το πρωινό της σε ένα κεντρικό καφέ, στο οποίο την ίδια, περίπου, ώρα συχνάζει ένα αξιοπερίεργο ζευγάρι ερωτευμένων: η Λουίσα και ο Μιγκέλ Ντεβέρν. Η αφηγήτρια εντυπωσιάζεται όχι μόνο από την ομορφιά τους αλλά και από την ποιότητα της σχέσης τους. Αλίμονο, όμως, ο χαρισματικός Μιγκέλ θα δολοφονηθεί αναίτια, για την ακρίβεια θα μαχαιρωθεί μέρα μεσημέρι, καταμεσής του δρόμου, από ένα παρανοϊκό, περιθωριακό άτομο. Απόηχοι από τον «Ξένο» του Καμί, που δεν κατονομάζεται, τον Μπαλζάκ και τον «Μακβέθ» του Σαίξπηρ που αναφέρονται ρητά, παρεισφρέουν στην περιγραφή του εγκλήματος προσφέροντας το ανάλογο λογοτεχνικό βάθος, σε μια σχεδόν εμβόλιμη πραγματεία για τον αναίτιο φόνο και την άδικη ειμαρμένη.

Την απαρηγόρητη Λουίσα, μετά το αρχικό σοκ, θα σπεύσουν για να στηρίξουν ψυχολογικά τόσο η Μαρία Ντολθ όσο και ο μοναδικός φίλος του μακαρίτη, ο Ντίαθ Βαρέλα, τυχοδιωκτική φύση με ανεξιχνίαστο παρελθόν. Η Μαρία θα ερωτευθεί τον Βαρέλα, όμως η δική τους σχέση, που θα ξεκινήσει στη σκιά του απροσδόκητου πένθους, δεν θα είναι μια σχέση-πρότυπο όπως αυτή της Λουίσας και του Μιγκέλ. Αφού υποχωρήσει η σεξουαλική ένταση, η Μαρία αρχίζει να υποπτεύεται ότι ο εραστής της ποθούσε (και ποθεί ακόμη) σε τέτοιο βαθμό τη νεαρή χήρα, που σίγουρα θα μπορούσε να σκοτώσει ή να πληρώσει κάποιον για να σκοτώσει τον καλύτερό του φίλο, μόνο και μόνο για να κοιμηθεί με τη γοητευτική γυναίκα του.

Το επικίνδυνο παιχνίδι του εν δυνάμει ερωτικού τριγώνου, που κλιμακώνει ο συγγραφέας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, έχει όλα τα στοιχεία μιας αστυνομικής ίντριγκας, μα δεν είναι αυτό που μας καθηλώνει. Ο επαρκής αναγνώστης, πρωτίστως, εντυπωσιάζεται από τον πυκνό, στοχαστικό λόγο που αρθρώνουν οι ήρωες όταν αγγίζουν τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, έρωτα και εγκατάλειψης, διεκδίκησης και εκδίκησης, χωρίς όμως να φαίνονται μυθιστορηματικές μαριονέτες, μα ισχυροί χαρακτήρες που ξεπερνάνε το μυθικό πλαίσιο και μετουσιώνονται, κατά κάποιον τρόπο, σε υπαρκτά, σύγχρονα πρόσωπα, που ζουν ανάμεσά μας.

​​Χαβιέρ Μαρίας «Ερωτοτροπίες» Μυθιστόρημα. Μτφρ.: Χριστίνα Θεοδωροπούλου. Εκδόσεις Πατάκης