ΒΙΒΛΙΟ

Από το κλέος στο χρέος

apo-to-kleos-sto-chreos-2079439

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ
Ζώνη πυρός
εκδ. Μεταίχμιο

Ε​​νας συγγραφέας, διαιωνίζοντας εκουσίως την αιχμαλωσία του από τις λέξεις, πληκτρολογεί στον υπολογιστή του με την κρυφή ελπίδα κάποιο γράμμα να γλιστρήσει από την οθόνη στο γραφείο και από εκεί στην εξώπορτα. Διότι η αληθινή ζωή βρίσκεται εκεί έξω. Κάποιος άλλος, επίσης γραφιάς, γαληνεύει τις αγωνίες της γραφής ατενίζοντας εδεμικά λιβάδια, μέχρι που έντρομος βλέπει τον εαυτό του να κείτεται σε έναν ασφοδελό λειμώνα, κατάσπαρτο από λέξεις εν μέσω των οποίων ο ίδιος φαντάζει σαν κραυγαλέο ορθογραφικό λάθος. Εξίσου δυσοίωνες βαίνουν οι ονειροπολήσεις ενός άλλου συγγραφικού μυαλού, πυρακτωμένου από τον καύσωνα, που ανίσχυρες πολεμούν οι κουρτίνες μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Μες στο καύμα του μεσημεριού οι κουρτίνες μετατρέπονται σε φτερούγες που ταξιδεύουν τον συγγραφέα στις ιδιωτικές ιστορίες της πόλης, για να τον προσγειώσουν απότομα στην πολυθρόνα, απ’ όπου τις παρατηρεί να θροΐζουν σαν λευκές σημαίες συνθηκολόγησης.

Μολονότι τα πέντε πρώτα διηγήματα της συλλογής, που επικεντρώνονται στην άλυτη διαπάλη ζωής και γραφής, είναι τα πιο ενδιαφέροντα, έχω την εντύπωση πως ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ρίχνει το βάρος στα τελευταία οκτώ, που τοποθετούνται πρόδηλα στη διακεκαυμένη ζώνη του ελληνικού παρόντος. Και εδώ τον τόνο δίνουν οι μεταφορές και η αλληγορική διάσταση της αφήγησης, αλλά τώρα η πραγματικότητα κατισχύει της φαντασίας. Αρκετά από τα κείμενα της τελευταίας ενότητας ακούγονται τόσο θυμωμένα, που δεν έχουν καμία διάθεση να εμπιστευτούν την οργή τους στις διαφυγές της μυθοπλασίας. Μιλούν απερίφραστα για την εθνική μας κατάθλιψη και τη συλλογική κατήφεια, ανατρέχουν με περιφρόνηση στις παλιές, ένδοξες ημέρες, στο αρχαίο αθηναϊκό κλέος και στην εποποιία του 2004, παλινδρομούν χαιρέκακα μεταξύ των θριάμβων τού τότε και των θρόμβων τού τώρα, και διαρρηγνύουν κάθε μύθο έτσι ώστε τίποτα να μην κρύβει το στραβοχυμένο μπετόν και τις λαμαρίνες, που ορθώνονται πάνω από καιρό αλωμένες Θερμοπύλες.

Από τα προαναφερθέντα διηγήματα ξεχωρίζουν τα μελλοντολογικά, εκείνα δηλαδή που καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν από τη βαρυτική έλξη της πραγματικότητας για να την κοιτάξουν από κάποια απόσταση. Στην «Εκκαθάριση», για παράδειγμα, ο Χατζημωυσιάδης συναιρεί εύστοχα τις συγγραφικές ανησυχίες των αφηγητών στο πρώτο μέρος του βιβλίου με την καταμαρτύρηση των σημερινών δεινών στο τελευταίο. Μια εκτεταμένη εκκαθάριση απαλλάσσει το έθνος από τα οθνεία στοιχεία, που νόθευαν την καθαρότητά του, προσδίδοντάς του μια καινοφανή φυλετική και γλωσσική αυθεντικότητα. Με λευκές τις σελίδες του εγκεκριμένου εθνικού λεξικού του και αποκαθαρμένη τη φυλετική και πνευματική του ιδιοπροσωπία, ο άλαλος λαός αποφασίζει να διασώσει το αποστειρωμένο του γονιδίωμα προκρίνοντας τη συλλογική ευθανασία.

Αλλά και στο «Λεξοτανίλ» το χάος και η ασυναρτησία των ημερών αποδίδονται σαρκαστικά μέσα από το εύρημα μιας επιδημικής αϋπνίας, που δεν αφήνει τους πολίτες να κοιμίσουν τα φαντάσματά τους. Οταν τα αποθέματα του φαρμάκου εξαντλούνται, κατάκοποι από την αγρύπνια ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους και μακριά πια «από την ελπίδα και από τον τρόμο» κάνουν όνειρα γλυκά.

Στα πέντε πεζά που συναπαρτίζουν τη δεύτερη ενότητα της συλλογής πρωταγωνιστούν απόκληροι του έρωτα, υποχόνδριοι εργένηδες, απελπισμένες πάλαι ποτέ όμορφες που ικετεύουν για την ευμένεια του καθρέφτη και άλλες, που μόνες μες στο κατοικημένο από φασματικούς εραστές σκοτάδι λαχταρούν τη σεξουαλική πλησμονή. Αξίζει να προσέξουμε ανάμεσά τους τον άντρα, που πέθανε αιφνιδίως όταν στο μυαλό του βραχυκύκλωσε η ωραιότερη μέρα της ζωής του. Ηταν παιδί και τον αναπτέρωνε το πέταγμα στα ψηλά του χαρταετού του, μέχρι που τα ζύγια στράβωσαν και τσακίστηκε στα ηλεκτροφόρα καλώδια. Ενα ακόμα στιγμιότυπο που επιβεβαιώνει τη δεινότητα του Χατζημωυσιάδη στην ανάδειξη της διαπεραστικής έντασης της αλληγορίας. Οσο η γραφή του υπερίπταται των εφιαλτών που την αναρριπίζουν, μεταφέρει δραστικά τον ίλιγγο της επαπειλούμενης πτώσης. Οταν, όμως, συντρίβεται στο τσιμεντένιο έδαφος της πραγματικότητας, ξυπνάει απότομα τόσο από τους εφιάλτες όσο και από τα όνειρα και μένει να ξαγρυπνά το παρόν.