ΒΙΒΛΙΟ

Εργα του διαβόλου

erga-toy-diavoloy-2084254

ΑΓΗΣ ΠΕΤΑΛΑΣ
Η δύναμη του κυρίου Δ
εκδ. Αντίποδες

Τ​​​​ο ζήτημα είναι να είναι κανείς υπερβολικά μακάβριος, έτσι ώστε το πράγμα να δείχνει τουλάχιστον αστείο». Προφανώς, κανείς δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακάβριος από τον διάβολο. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Αγης Πετάλας (γεν. 1978) τον χρίζει αφηγητή των μικρών ιστοριών του, αφήνοντας το εωσφορικό του βλέμμα να διατρέξει δαιμονίως τα «σημεία και τέρατα» των καιρών. Αν και εξόχως φιλοπαίγμων, ο κύριος Δ θλίβεται από τον εκφυλισμό των αστικών αξιών, που τείνουν να εκλείψουν μες στην κακοφωνία της γκρίνιας των προοδευτικών, ανίκανων να εκτιμήσουν την απόλαυση της ιδιοκτησίας, της κυριότητας. Οι «θιασώτες της πολιτικής μεμψιμοιρίας» ανακαλύπτουν πίσω από «κάθε ωραίο κι επιθυμητό αντικείμενο» μια δυστυχία. Κάτι αδιανόητο για έναν εστέτ, όπως ο κύριος Δ, ο οποίος επιπροσθέτως δεν εξανίσταται διόλου στο ενδεχόμενο ενός Ευρωπαίου τοποτηρητή των γηγενών αξιωματούχων, ιδίως αν εμφορείται από πρωσικό πνεύμα.

Ομως, δεν τον ενδιαφέρει τόσο η πολιτική όσο η επιχειρηματικότητα. Με ξεχωριστό επιχειρηματικό ταλέντο και ανυπολόγιστο κεφάλαιο προς επένδυση, παρακολουθεί την προδιαγεγραμμένη κατάρρευση εμπορικών καταστημάτων εξαιτίας της αναξιότητας των αφεντικών, έτοιμος να τους συνδράμει ή να τους συντρίψει. Μολονότι, για παράδειγμα, δεν έδειξε κανένα έλεος στον σουβλατζή, που η αδυναμία του να εγκολπωθεί «την ξεδιάντροπη σκληρότητα του ήθους», εχέγγυο παραδόξως νευραλγικό «στον υπέροχο νέο οικονομικό μας κόσμο», τον οδήγησε στην καταστροφή, περιέθαλψε γενναιόδωρα την ανικανότητα ενός υπαλλήλου που κατέληξε άνεργος. Λίγο πριν ο τελευταίος κρεμαστεί από έναν πολυέλαιο, ο κύριος Δ εμφανίστηκε σαν πολυέλεος σωτήρας, προσλαμβάνοντάς τον στις δικές του δουλειές, όπου τα ολέθρια λάθη ανταμείβονταν δεόντως. Ωστόσο, τα πλέον σπαρταριστά από τα «εργασιακά» πεζά είναι οι «Μαχαιροβγάλτες» και το «Λευκό, ροδαλό, μαύρο, τριανταφυλλί». Αν στο πρώτο ο διάβολος, ως «αληθινός, ευυπόληπτος χασάπης», βρίσκει στην κατασκευή μαχαιριών μια «παιγνιώδη κάλυψη» των αιμοβόρων ενστίκτων του, στο άλλο κολακεύει τη μαραμένη αυτοπεποίθηση ενός χρωματοπώλη, ενθαρρύνοντάς τον «να υποκαταστήσει την πίκρα της κοινωνικής του ήττας με την έμμεση επίκληση κάποιου δικαιώματος φυσικής υπεροχής»· δικαιώματος ταπεινωτικά παραβιασμένου από Αλβανούς ανταγωνιστές.

Ο Αγης Πετάλας διακωμωδεί με πνευματώδη γραφή και οξεία ειρωνεία, που κατεδαφίζει το πολιτικώς ορθό, τον σημερινό κόσμο, αλιεύοντας από τα δράματα που τον μαστίζουν τη φαιδρότητα του εξωφρενικού. Οι ξιπασμένες σοφιστείες, οι σαρκαστικές παρανοήσεις, τα λογοπαίγνια και οι παραφθορές, πέρα από το ότι καταδεικνύουν τη γλωσσική δεξιοτεχνία του συγγραφέα, συγκλίνουν στην επινόηση ενός αλλόκοτου, ασυνάρτητου χωροχρόνου, όπου καμία συμφορά δεν αξιώνει τη συμπόνια, από τη στιγμή που τα πάντα έχουν χάσει το βάρος και τη σημασία τους μετά από τη συντριπτική γελοιοποίησή τους. Ενδεικτικό το πεζό

«Ενας φόνος», όπου ο κύριος Δ ικανοποιεί την αιμοδιψή του φύση σκηνοθετώντας μια ακόμα «αυτοκτονία λόγω κρίσης», σκοτώνοντας μια γυναίκα, που μολονότι είχε στα μάτια «τη φρίκη της παραιτημένης πλήξης», δεν είχε καμία πρόθεση να βουτήξει στο κενό.

Ακόμα και η παντοδυναμία της κακίας του αφηγητή υπονομεύεται στην καταληκτική ιστορία από την ψυχοβόρα υπόνοιά του πως ήταν εντέλει ένα κατεξοχήν «αυτοκτονικό πλάσμα», καθώς το κακό ανέκαθεν ενεργοποιούσε τις δυνάμεις του καλού, συνεπώς ο ίδιος δεν ήταν παρά ο πιστός υπηρέτης του εχθρού του ή, αλλιώς, «ο αιώνιος εχθρός του εαυτού» του. Μια παροδική κρίση κατάθλιψης, που καταπαύει μες στην αναγεννημένη αισιοδοξία του για την παντοκρατορία του στον κόσμο. Ο βέβηλος σαρκασμός, που οιστρηλατεί τη γλώσσα του Πετάλα, τον παρασύρει ενίοτε σε εξυπνακίστικες εμπνεύσεις, που αδικούν τις καταφανείς συγγραφικές του δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει σε αυτό τον νέο πεζογράφο δύο αρετές, μείζονες για τη συγγραφή, αφενός τη δυναμική, εύπλαστη γραφή του και αφετέρου το ανορθόδοξο βλέμμα του, από το οποίο εκρέει το ιδιαίτερο ύφος του. Θα ήταν οπωσδήποτε ευτύχημα ο συγγραφέας να διαφυλάξει με σοβαρότητα τις υποσχόμενες επιτεύξεις του πρώτου του βιβλίου, παραδειγματιζόμενος από τον αφηγητή του, ο οποίος δεν αστειευόταν ποτέ με την υπεροχή του.