ΒΙΒΛΙΟ

Θέλουμε να οργανώνεται έκθεση βιβλίου και σε ποια πόλη;

theloyme-na-organonetai-ekthesi-vivlioy-kai-se-poia-poli-2085356

Κατερίνα Καρύδη, εκδότρια του «Ικαρου»

Θα ήθελα να καταργηθούν οι υπαίθριες παλιές εκθέσεις του Σεπτεμβρίου και του Μαΐου, που πια είναι παρωχημένες, ευτελίζουν το βιβλίο και μπερδεύουν το κοινό που νομίζει ότι πρόκειται για παζάρι. Θα ήθελα, ενωμένοι όλοι οι φορείς του βιβλίου, να  οργανώνουν μία φορά τον χρόνο μια μεγάλη τετραήμερη έκθεση, που δεν χρειάζεται να λέγεται διεθνής, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι. Οι ημερομηνίες διεξαγωγής της να είναι εγκαίρως γνωστές, να διαφημίζεται δυναμικά, να περιλαμβάνει εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, συζητήσεις. Και βεβαίως να συνδυάζεται σωστά με άλλα πολιτιστικά γεγονότα της πόλης ή της εποχής. Προσωπικά, παρά το κόστος, μου αρέσει να γίνεται στη Θεσσαλονίκη, γιατί όταν βρισκόμαστε μακριά από τα γραφεία μας και τις καθημερινές μας υποχρεώσεις, όλοι, εκδότες, συγγραφείς και δημοσιογράφοι, περνάμε πολλές ώρες στον εκθεσιακό χώρο, συζητάμε, ανταλλάσσουμε απόψεις και ιδέες. Θα ήθελα, όμως, να γίνεται η έκθεση σ’ ένα χώρο νεανικό, σύγχρονο, που να προσελκύει τον κόσμο, να είναι ενταγμένος στη ζωή της πόλης, όπως οι αποθήκες του λιμανιού π.χ και όχι οι απόκεντρες και παρωχημένες πια εγκαταστάσεις της HELEXPO. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να διεξάγεται μία χρονιά στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη.

Νώντας Παπαγεωργίου, εκδότης του «Μεταίχμιου»

Η (λεγόμενη και Διεθνής) Εκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης νομίζω ότι έχει κλείσει έναν κύκλο – όχι τον κύκλο της. Συνεπώς, πρέπει να γίνει μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της, για τα ισχυρά σημεία και τις αδυναμίες της, για τις νέες συνθήκες στον χώρο του βιβλίου και του πολιτισμού γενικότερα στην Ελλάδα – και στον κόσμο, αν θέλουμε να επιμείνουμε στον όρο «Διεθνής». Και για το «πού» φυσικά – προσωπικά, μια χαρά μού φαίνεται η Θεσσαλονίκη. Αυτά προϋποθέτουν υπεύθυνους φορείς – διοργανωτές, που ξέρουν τι θέλουν να πετύχουν μέσα από μια τέτοια διοργάνωση, προϋποθέτουν δηλαδή πολιτική για το βιβλίο. Αλλος δρόμος δεν υπάρχει. Ο αυτόματος πιλότος, οι διαδικασίες ρουτίνας, η εμπλοκή φορέων χωρίς γνώση και τεχνογνωσία, η ανακοίνωση μιας διοργάνωσης αυτού του επιπέδου ένα μόλις μήνα (!) πριν από την ημερομηνία της διεξαγωγής της δεν νομίζω ότι αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Απλώς υποτιμούν όσους αφορούν –και προπαντός το αναγνωστικό κοινό– και οδηγούν στον ευτελισμό ένα θεσμό που έχει θετικό πρόσημο στη συνείδηση του κοινού λόγω των πολλών καλών στιγμών του στο παρελθόν. 

Αρης Λασκαράτος, εκδότης της «Αιώρας»

Σ’ ένα περιβάλλον κρίσης, με εμφανείς τις συνέπειες και στον χώρο του βιβλίου, η Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης είναι η μόνη έκθεση που έχουμε. Και θέλω να έχουμε μια έκθεση βιβλίου! Μια έκθεση ζωντανή, ολιγοήμερη, γεμάτη παρουσιάσεις, αφιερώματα, σεμινάρια και εργαστήρια, επαγγελματικές συναντήσεις. Να παρακολουθεί, σε συνθήκες δημιουργικού διαλόγου, κάθε στάδιο της πορείας του βιβλίου, από τον συγγραφέα μέχρι τον αναγνώστη – συγγραφή, δικαιώματα, μετάφραση, επιμέλεια, χαρτί, γραφιστική, τυπογραφία, βιβλιοδεσία, νέες τεχνολογίες. Nα εμπλέκει την τοπική κοινωνία. Υπάρχουν στα πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης σχολές με αξιόλογο δυναμικό, που θα μπορούσαν να αναλάβουν από θεματικά αφιερώματα μέχρι έρευνες για την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Και να τα παρουσιάζουν στην έκθεση. Οχι μόνο στα ελληνικά, αλλά και στα αγγλικά! Γιατί, φυσικά, θα ήθελα η έκθεση να γίνει διεθνής, να προσελκύσει επαγγελματίες από άλλες χώρες – που όμως απαιτεί στόχευση, γνώση του αντικειμένου και αίσθηση του μέτρου, συνέπεια και συνέχεια. Το ερώτημα «τι έκθεση θέλουμε» είναι πιο σημαντικό από το «πού τη θέλουμε». Πάντως, η έκθεση της Θεσσαλονίκης καταφέρνει ακόμη να δικαιώνει την παρουσία μας εκεί.