ΒΙΒΛΙΟ

Αγωνιώδεις δεήσεις

31--10
3--8

ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ
Εις ελευθερίαν
εκδ. Εστία

Π​​νοή θρησκευτικής ευλάβειας διαχέεται στις σελίδες της συλλογής της Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Η ευσέβεια των διηγηματογραφικών χαρακτήρων εκδηλώνεται με την ολόθερμη συγκατάνευσή τους στο μυστήριο του κόσμου. Οι πιο εμβληματικοί από αυτούς εμφανίζονται μακάριοι μες στην προσήλωσή τους στο άγνωστο, που υποθάλπει την απαντοχή του θαύματος. Και είναι έτοιμοι για θαύματα, γιατί η καρδιά τους αγάλλεται από μεταφυσικές προσμονές, οι οποίες στην ιδεατή πραγματικότητα, όπου εγκατοικούν, εκπληρώνονται μέσα από τις πιο απρόσμενες οδούς, συνήθως τις θεοβάδιστες, όπως αυτή του μαρτυρίου.

Φυγόκοσμα, τυραννισμένα και ταπεινωμένα, τα πρόσωπα του βιβλίου διαβιούν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, απομονωμένα στους σφραγισμένους τόπους της φαντασίας τους και των πλέον αδήριτων επιθυμιών τους.

Η πέραν του κόσμου ετούτου υπόσταση των ηρώων υποδηλώνεται από τη γλωσσική τους επένδυση. Η Σταθοπούλου τολμά και επιτυγχάνει να αποδώσει τις εφτά αφηγήσεις της συλλογής σε λόγιο ύφος, που αφομοιώνει με εντυπωσιακή ενάργεια τους εκφραστικούς τρόπους της καθαρεύουσας. Το εξεζητημένο ιδιόλεκτο εντείνει τη μυστικιστική αχλή μέσα από την οποία αναθάλλουν οι ιδιοσυστασίες των κεντρικών προσώπων. Με άλλα λόγια, η γραφή φέρει το πάθος τους. Για παράδειγμα, στο ομότιτλο και εκτενέστερο αφήγημα της συλλογής το ψυχικό μαρτύριο της ηρωίδας συνοψίζεται σε μια εκπληκτική φράση. Η νεαρή γυναίκα μάθαινε «περί του κόσμου μακράν του κόσμου, γεγονός το οποίον εξήψε την φαντασίαν της, μετέβαλε δε την ορμήν και τον τρόμον διά την ζωήν εις δύο λεπίδας, αίτινες ακονιζόμεναι αενάως η μία επί της άλλης παρήγον αγρίους σπινθηρισμούς». Αυτά τα αντίρροπα αισθήματα παροξύνονται στις τελευταίες σελίδες, όπου η ηρωίδα αποτολμά το μεγάλο άλμα της φυγής και χάνεται μέσα σε μια νύχτα μεταφυσική και εκφοβιστική, κατοικημένη από τους φόβους της, προς αντάμωμα του θαύματος, το οποίο όντως την περιμένει σε μια σκιερή γωνιά του κήπου. Κατευθυνόμενη προς το «σωτήριον φως», που ανάβλυζε από εκεί, αναδύεται εκ του σκότους και βλέπει μέσα σε μια ριπή φωτός το κιγκλίδωμα, την «φοβεράν της ελευθερίας θύραν», να υποχωρεί στο πέρασμά της.

Εξίσου ποιητική, καρτερική και πάσχουσα είναι η ψυχή της γραίας, που διαμένει σε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι, υπομένουσα ένα αλγεινότατο πένθος, το οποίο το διασαλευμένο μυαλό της έχει μετατρέψει σε δάκρυα ευσπλαχνίας για το μαρτύριο των Αγίων της Εκκλησίας. Οπως εκείνη ελεήθηκε κάποτε με τη θεία χάρη και ένιωσε το αρχαίο άλγος εντός της να μετουσιώνεται σε εξαγνιστική για όλα τα πλάσματα, ζώντα και τεθνεώτα, παραμυθία, η ηλικιωμένη στα «Τρία κουφέτα» αποκαθάρθηκε καθ’ ύπνους από όλες τις πίκρες της ζωής της και λυτρώθηκε από την ανάμνηση σφοδρότατου έρωτος χάρη σε έναν οικτίρμονα θάνατο, που την πάντρεψε τελικά με εκείνον που αγαπούσε. Μοιραίο επίσης αποδείχθηκε το ευοδωμένο θαύμα για τον ακροβάτη, που λόγω έρωτος έχασε την εξαίσια, θεϊκή ακρίβεια των εναέριων περιδινήσεών του και έκτοτε «την ευδαιμονίαν της πτήσεως αντικατέστησεν η τρομώδης αγωνία της πτώσεως». Μη έχοντας πια να προσφέρει στην αγαπημένη του κανένα άλλο προσάναμμα για να φλογίσει τα αισθήματά της πέρα από τον θάνατό του, διέγραψε από το κατάλληλο ύψος μια υπολογισμένη στην εντέλεια τροχιά, καταθέτοντας στα πόδια της το θυσιασμένο σώμα του. Και τότε, αγγίζοντάς την εν είδει ύστατου ασπασμού με το αίμα του, ήξερε πως «είχεν επανακτήσει την θεϊκήν αυτού ακρίβειαν, περαίνων ούτως την της ανισορροπίας κάθαρσιν».

Η παρακινδυνευμένη γλωσσική επιλογή της Σταθοπούλου δικαιώνεται όχι μόνο από την ωραιότητα της γραφής -από μόνη της ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα- αλλά και από τα πλούσια συναισθηματικά κοιτάσματα που ανασκάπτει. Οι παπαδιαμαντικές, θεόληπτες φιγούρες είναι φορείς επαπειλούμενων αξιών, η λήθη των οποίων θα ήταν ολέθρια. Η θρησκευτική ευλάβεια, πυρούμενη από την πίστη στο θαύμα, με την οποία διαφυλάττουν το καλό και αγαθό, διατηρώντας την καρδιά τους παλλόμενη, συγκινημένη και διάπλατη στην αγάπη, προτείνεται σαν μείζων ηθική επιλογή. Εν ολίγοις, η Σταθοπούλου μέσα από έναν παρωχημένο, πεποιημένο λόγο εγείρει το ζήτημα της ηθικής, πανάρχαιο, επίκαιρο και διαχρονικό.