ΒΙΒΛΙΟ

Ενας φετιχιστής του γραπτού λόγου

enas-fetichistis-toy-graptoy-logoy-2090074

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Σημειώσεις για μια ιδιωτική
θεωρία της λογοτεχνίας
εκδ. Κίχλη

​​​​Ο συγγραφέας και ο φυλακισμένος έχουν ένα (τουλάχιστον) κοινό χαρακτηριστικό: δεν τους αρκεί το ότι περνούν οι μέρες, θέλουν να το σημειώνουν και στον τοίχο τους». Φαντάζομαι πως ως φιλοπαίγμων δεσμώτης των λέξεων, ο Αχιλλέας Κυριακίδης, προτιμά να επιδίδεται στην τέχνη της γραφής, δηλαδή στην «τεχνική διαχείρισης της λήθης», στα εύθρυπτα τοιχία των σελίδων παρά στους εικονικούς τοίχους του Διαδικτύου, όπου, παρ’ όλα αυτά, συχνά αναρριχώνται οι λέξεις του. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως αρκείται σε μια αποπνικτική χωροταξία, που αρχικά μοιάζει απρόσφορη για την κατάθεση μιας θεωρίας, έστω και ιδιωτικής. Ωστόσο, η δεξιοτεχνία του στο ελάχιστο, δοκιμασμένη σε ετερόμορφες δημιουργικές εκφάνσεις, σε συνδυασμό με τη φλεγματική ιδιοπροσωπία της γραφής του, συνεπικουρεί την πύκνωση και τη λεπτολογία των σκέψεών του, απότοκων πολύχρονης κάθειρξης στις σελίδες.

Οι συλλογισμοί του Κυριακίδη παρουσιάζονται περιβεβλημένοι το πνευματώδες σχήμα του αφορισμού. Μολονότι η προβληματική τους απλώνεται πέραν της συνοπτικής διατύπωσής της, τα στοιχεία που προεξάρχουν είναι το σκέρτσο της βραχυλογίας, ο αιφνιδιασμός του σαρκασμού και της παραδοξολογίας, το ακαριαίο λογοπαίγνιο. Το παίγνιο, με την ευρηματικότητα, την παραπλάνηση, την επιδεξιότητα και, οπωσδήποτε, τη συνεργασία που προϋποθέτει, συνιστά για τον Κυριακίδη θεμελιακό στοιχείο της συγγραφικής, αλλά και της αναγνωστικής διαδικασίας. Αμφότερες χρειάζονται δύο, τουλάχιστον, συμπαίκτες, ει δυνατόν ισότιμους για τη συναρπαστικότερη έκβαση του παιχνιδιού. Βέβαια, ο Κυριακίδης επιμένει πως ο ιδεώδης αναγνώστης είναι «ο πληρέστερος χαρακτήρας που μπορεί να πλάσει ένας συγγραφέας», αφήνοντας εντέχνως μετέωρο το αν αυτός ο ιδανικός συνεργός ανήκει αποκλειστικά στο φαντασιακό του γράφοντος ή αν η επιτηδειότητα του τελευταίου είναι που τον προκαλεί να υπάρξει μόνο και μόνο για να τον διαβάσει. Από την άλλη, η γραφή παίζει δαιμονίως με τις δυνητικές εμφανίσεις και αποκρύψεις του συγγραφικού προσώπου και ο Κυριακίδης απολαμβάνει δεόντως αυτές τις οφθαλμαπάτες των λέξεων, γνωρίζοντας πως όταν κανείς (όλοι) γράφει για τον εαυτό του, τον έχει προηγουμένως μετατρέψει σε «θλιβερό πειραματόζωο που δέχεται όλη τη βιαιότητα των δισταγμών, των σχεδιασμάτων και των διαγραφών».

Και το χειρότερο είναι φυσικά όλη αυτή η προσπάθεια μεταμφίεσης να καταλήξει στη βιαιότητα της έκθεσης και των δύο (προσώπου και προσωπείου), εξαιτίας του τρίτου προσώπου της αφήγησης, που μολονότι ενδείκνυται για την αποτροπή αυτοβιογραφικών διαρροών, συχνά αποτυγχάνει να περισώσει το «υπέρτατο πρόσχημα», την αποστασιοποίηση. Ωστόσο, η πάντα σωτήρια ειρωνεία αναθερμαίνει τη γειτνίαση μεταξύ εξομολόγησης και αποσιώπησης, ειλικρίνειας και αληθοφάνειας, επιτρέποντας στον συγγραφέα να ομολογεί την ταύτισή του με όλους ανεξαιρέτως τους ήρωες της μυθοπλασίας του. Αν «η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλο», είναι επίσης και η μετάβαση από το εγώ στα πολλαπλά είδωλά του, που πολλαπλασιάζονται περαιτέρω από τη διάθλασή τους στα επάλληλα κάτοπτρα των αναγνωστικών βλεμμάτων.

Ο Κυριακίδης έχει επίγνωση πως οι συγγραφικές εκμυστηρεύσεις κινδυνεύουν από την απόπνοια της αυταρέσκειας. Χωρίς να απαλλάσσει τον εαυτό του από τα παραπτώματα του ναρκισσισμού, συγγνωστά λόγω ιδιότητας, προλαβαίνει πιθανές δυσαρέσκειες χάρη στην υποβόσκουσα θυμηδία των αφορισμών του, οι οποίοι δεν κατατίθενται σαν αποστάγματα σοφίας, αλλά σαν υπό αίρεση αξιώματα. Τα υπομειδιάματα της γλώσσας εκμαιεύουν αντεγκλήσεις, γιατί περισσότερο από την απόφανση την ενδιαφέρει η απορία. Αλλωστε, ο Κυριακίδης είναι, καθ’ ομολογίαν του, ένας φετιχιστικής του γραπτού λόγου. Ετσι, δεν δυσκολεύεται να δηλώνει πως ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας υστερόβουλος αναγνώστης, από τη στιγμή μάλιστα που ο Μπόρχες κατέστησε ανυπόστατο το αδίκημα της λογοκλοπής, αλλά και πως η γραφή, πέρα από ιδέες, χρειάζεται στυλ, «μια λελογισμένη εκζήτηση».

Κλείνοντας σκέφτομαι πως ο ιδεώδης αναγνώστης του Κυριακίδη δεν είναι τόσο εκείνος που κατανοεί, αλλά εκείνος που προτίθεται να συμμετάσχει με πονηρία στο επί χάρτου παίγνιο, εκείνος που, διόλου επιεικής ή συμπονετικός, θα τον κάνει να σωπάσει μιλώντας πάνω στις λέξεις του.