ΒΙΒΛΙΟ

Η «μακρά» δεκαετία του ’60

i-makra-dekaetia-toy-60-2090103

KOSTIS KORNETIS
Children of the Dictatorship,
Student Resistance, Cultural Politics, and the “Long 1960s”
In Greece
εκδ. Berghahn Books, 2013

Υπάρχει ένα ιστοριογραφικό ερώτημα αναφορικά με τη δεκαετία του ’60 το οποίο, εκτός του ότι ανάγεται σε ζήτημα γενικότερης φιλοσοφικής θέασης της ιστορίας, κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνει εκείνον που ερευνά την εποχή να επιλέξει ανάμεσα στις δυο εξής προκαθορισμένες απαντήσεις: Άραγε η δεκαετία του ’60 υπήρξε «βραχεία» ή «μακρά»; Για την πλειονότητα των ιστορικών η δεκαετία του ’60 υπήρξε «βραχεία». Η εξέλιξή της ανακόπηκε πρόωρα το 1967, τη χρονιά που επιβλήθηκε η χούντα των συνταγματαρχών και ανεστάλησαν οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες που είχαν επιταχυνθεί στο ξεδίπλωμα της πυκνόρρευστης και άστατης περιόδου που είχε προηγηθεί.

Σύμφωνα με άλλους στοχαστές, όπως ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, η απάντηση στο ερώτημα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το μείζον πρόβλημα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, την περιπόθητη θεραπεία των κακοφορμισμένων παθογενειών της κατά Ηλία Νικολακόπουλο «καχεκτικής δημοκρατίας» της περιόδου 1946-1967. Υπό το πρίσμα αυτού του προβλήματος, η δεκαετία του ’60 υπήρξε για τον Τσουκαλά «μακρά», καθότι ήταν μια «μεταβατική, ανοιχτή και ανολοκλήρωτη» περίοδος», η πρώτη φάση μιας ευρύτερης περιόδου που τερματίστηκε το 1974 με την πτώση της δικτατορίας («Η “σύντομη” δεκαετία του ‘60», 2008).
   
Ήταν «μακρά» ή «σύντομη» η δεκαετία του ‘60 για τον Κωστή Κορνέτη; Ο καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, απαντά απερίφραστα υπέρ της πρώτης εκδοχής στην εισαγωγή της εξαιρετικά καλογραμμένης και ενδιαφέρουσας μελέτης του “Children of the Dictatorship” («Τα παιδιά της δικτατορίας»), η μετάφραση της οποίας αναμένεται να εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις Πόλις. Παρότι όμως η άτυπη απάντηση του Κορνέτη φαίνεται να συντάσσεται με την άποψη του Τσουκαλά σχετικά με τον ανοιχτό και μεταβατικό χαρακτήρα της «μακράς» δεκαετίας του ’60, στην πραγματικότητα απηχεί μια ευρύτερη θεώρηση της εν λόγω περιόδου σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον ιστορικό Arthur Marwick, και η οποία προεκτείνει τα όρια της επίμαχης δεκαετίας πέραν εκείνων της συμβατικής περιοδολόγησής της, θέτοντας ως σημείο αφετηρίας της το 1958 και τερματισμού την πετρελαϊκή κρίση στα τέλη του 1973. Ο Κορνέτης, λοιπόν, δεν εξετάζει το θέμα του, το φοιτητικό κίνημα όπως διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε κυρίως στη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, μονάχα στο πλαίσιο της ελληνικής εμπειρίας, αλλά συνδέοντάς το με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής σε διεθνές επίπεδο, χαρακτηρίζει το κίνημα ως «μια από τις τελευταίες εκφάνσεις της πολιτικής και αντικομφορμιστικής δυναμικής των “παγκόσμιων 60s”».
    
Ενώ οι «Λαμπράκηδες», ή αλλιώς η «Γενιά Ζ», όπως αποκαλεί ο Κορνέτης την κυρίαρχη αριστερή νεολαία στις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ’60, ανδρώθηκαν στο ακραία διχαστικό κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, η νεολαία που αιμοδότησε το φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1967-1974 πολιτικοποιήθηκε υπό την ασφυκτική πίεση του αδυσώπητου χουντικού καθεστώτος. Στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας διαμορφώθηκε ένα μουδιασμένο σκηνικό ηττοπάθειας και παθητικότητας, εν μέσω του οποίου καταπνίγηκαν οι σποραδικές προσπάθειες για ένοπλη δράση από διάφορες τροτσκιστικές ομάδες. Ωστόσο τη διετία 1971-1972, όταν οι συνταγματάρχες επέλεξαν την οδό της ψευδεπίγραφης φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, οι φοιτητικές οργανώσεις βρήκαν πεδίο δράσης και, εξελισσόμενες μέσω του αντιδικτατορικού τους αγώνα, συνέκλιναν ως το σημείο κορύφωσης της μαζικοποίησης του φοιτητικού κινήματος που οδήγησε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.
    
Είτε εντάχθηκε στους κόλπους της δεύτερης γενιάς των «Ρηγάδων», η οποία διαδέχθηκε τον αρχικό πυρήνα της οργάνωσης που συγκροτήθηκε από πρώην στελέχη των «Λαμπράκηδων», είτε οργανώθηκε σε κάποια από τις μαοϊκές οργανώσεις, την ΕΚΚΕ ή την ΠΠΣΠ, με τη ριζοσπαστική δράση αλλά και τα συντηρητικά ήθη, είτε εγγράφηκε στην αντί-ΕΦΕΕ και υπάκουε με σιδερένια πειθαρχία στις εντολές του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο μαχόμενος φοιτητής της εποχής καλλιέργησε το πολιτικό του φρόνημα δεχόμενος επιρροές από πλήθος ετερόκλητων παραγόντων που ο Κορνέτης διερευνά εξονυχιστικά. Η πορεία αυτοπροσδιορισμού του φοιτητικού κινήματος ως δυνητικού καταλύτη ανατροπής της χούντας και οι συνακόλουθες αποστάσεις που πήρε από τα ευρωπαϊκά κινήματα αμφισβήτησης που ξεπήδησαν από τον Μάη του ‘68, παρά την αδιαμφισβήτητη επίδραση του γαλλικού Μάη στον ψυχισμό και το φαντασιακό του έλληνα αντιφρονούντα φοιτητή.

Οι ζυμώσεις ανάμεσα στις φοιτητικές παρατάξεις και τις πολυάριθμες φράξιες που καθόρισαν τα μέσα και τους τρόπους αντίστασης. Η οικοδόμηση της συλλογικότητας στις ταβέρνες, τα θέατρα και τους κινηματογράφους. Τα ερεθίσματα που εξέπεμπε η μαζική κουλτούρα. Η αριστερή βιβλιογραφία και η μαρξιστική ιδεολογία. Η χειραφέτηση της νεαρής ελληνίδας εντός του φοιτητικού κινήματος. Ένα από τα θεμελιώδη συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο συγγραφέας είναι ότι το κίνημα αποτέλεσε τον βασικό φορέα εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας, τα απτά αποτελέσματα του οποίου άρχισαν να φανερώνονται ήδη από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
    
Ο Κορνέτης αλλάζει διαρκώς φακούς εστίασης, μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από το επίπεδο της μακροϊστορίας σε εκείνο της μικροϊστορίας και αντίστροφα, έχοντας εμπλουτίσει την έρευνά του σε αρχεία και βιβλιοθήκες με συνεντεύξεις από φοιτητές της εποχής που πρωτοστάτησαν στον αντιδικτατορικό αγώνα. Οι μαρτυρίες των πρωταγωνιστών βοηθούν τόσο στην αποσαφήνιση σκοτεινών σημείων, ακόμη και την ανατροπή στερεότυπων μύθων της εποχής, όσο κυρίως στην αποτύπωση της πολυφωνικής κάτοψής της, αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις και τις αντικρουόμενες ερμηνείες που προκύπτουν από την υποκειμενική πρόσληψη των βαρυσήμαντων γεγονότων.
    
Το βιβλίο του Κορνέτη θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στη βιβλιογραφία για τη μελέτη της «μακράς» εκείνης περιόδου και θα πρέπει να τοποθετηθεί δίπλα στην «Αρχαία σκουριά» της Μάρως Δούκα, το εμβληματικό πολιτικό μυθιστόρημα και συνάμα bildungsroman για τα παιδιά της δικτατορίας. Εκτός των άλλων, μας βοηθάει να ξαναδούμε με ανανεωμένο ενδιαφέρον και περισσότερη συμπάθεια την ιστορία της ενηλικίωσης μιας γενιάς που, όσο υπερβολική και αν υπήρξε η αρχική της ηρωοποίηση, άλλο τόσο άκομψη και βιαστική είναι η αποκαθήλωσή της τα τελευταία χρόνια.