ΒΙΒΛΙΟ

Επίκαιρες ιστορίες από τον Mεσοπόλεμο

epikaires-istories-apo-ton-mesopolemo-2093819

​​Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ
«Επιστροφή στη Βαβυλώνα»

Διηγήματα μτφρ.: Αρης Μπερλής
εκδ. «Αγρα»

Η είδηση μπορεί να πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων, αλλά έκανε τον γύρο του Διαδικτύου: πωλείται προς 3,8 εκατομμύρια ευρώ η βίλα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στο Λονγκ Αϊλαντ, όπου από το 1922 ώς το 1924 ο πολυτάλαντος Αμερικανός συγγραφέας ξεκίνησε να γράφει το δημοφιλέστερο ίσως μυθιστόρημά του «Ο μεγάλος Γκάτσμπι».

Αν και έχουν περάσει 75 χρόνια από τον θάνατό του, ειδήσεις σαν κι αυτή φαίνεται πως τροφοδοτούν ακόμη τον μύθο του γοητευτικού και «καταραμένου» συγγραφέα, που έζησε μέσα στη χλιδή και πέθανε καταχρεωμένος, σε ηλικία μόλις 44 ετών.

Εμβληματικός εκπρόσωπος της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» του 1920 –γενιάς που ανδρώθηκε στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γνώρισε τη μεθυστική ευμάρεια της δεκαετίας του ’20 αλλά και την οικονομική κατάρρευση που προξένησε το Μεγάλο Κραχ– ο Φιτζέραλντ αποτύπωσε σχεδόν σε όλα τα έργα του τις διαδοχικές απογοητεύσεις που επιφυλάσσει ο κοινωνικός περίγυρος σε οποιονδήποτε φιλόδοξο άνδρα ταπεινής καταγωγής θελήσει να ξεφύγει από τα όρια της τάξης του και να εισέλθει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο «κλαμπ» των πλουσίων. Και μάλιστα ο συγγραφέας απαθανάτισε τη χειρότερη εκδοχή του, δηλαδή όχι τον εύπορο νέο της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, αλλά τον χαρισματικό δανδή που καταλήγει διασκεδαστής των ευπόρων, γραφική φιγούρα στους κοσμικούς κύκλους, προσθέτοντας ίσως μια αύρα «εξωτισμού» στην πληκτική καθημερινότητά τους όταν μεταμφιέζεται σε μοντέρνο καλλιτέχνη.

Πέρα όμως από τα γνωστά στο ευρύ κοινό μυθιστορήματά του, ο Φιτζέραλντ δημοσίευσε για καθαρά βιοποριστικούς λόγους μια σειρά αυτοβιογραφικών, ως επί το πλείστον, διηγημάτων σε περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας όπως το Esquire και το American Mercury. Εξι από αυτές τις «εφήμερες» ιστορίες κυκλοφόρησαν και στη χώρα μας, σε μετάφραση του Αρη Μπερλή, και η επιλογή που έχει κάνει κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Ξεκινάει με το καλύτερο διήγημα του Φιτζέραλντ, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα», που γράφτηκε το 1930, ένα χρόνο μετά το οικονομικό κραχ, και καταλήγει με την «Κατάρρευση» (1936), το πιο εξομολογητικό και απαισιόδοξο κείμενό του.

Από το πρώτο ώς το τελευταίο διήγημα του βιβλίου, η κλιμάκωση της κρίσης –προσωπικής, οικονομικής και κοινωνικής– είναι εντυπωσιακή. Ο,τι στην αρχή είναι κακοτυχία και στραβοπάτημα, στο τέλος είναι συντριβή και αδιέξοδο. Ο,τι στην αρχή υπονοείται με λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες, με σκέψεις «καμουφλαρισμένες», στο τέλος γίνεται κυνικός απολογισμός και απολογία. Εχει φυσικά μεσολαβήσει το Κραχ. Η Αμερική της αφθονίας, που ανέτειλε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει δώσει τη θέση της στην Αμερική των εκατομμυρίων ανέργων, των συσσιτίων, των αυτοκτονιών. Το νοσηρό κλίμα των χρόνων της Υφεσης αργά αλλά σταθερά διαποτίζει τις ιστορίες του Φιτζέραλντ. Με λόγο υπαινικτικό και ελλειπτικό στα πρώτα διηγήματα, αναλυτικό και αφοπλιστικό στη συνέχεια, ο δημιουργός του «Γκάτσμπι» εξομολογείται δίχως ωραιοποιήσεις στην ακροτελεύτια «Κατάρρευση»: «Η ζωή πριν από δέκα χρόνια ήταν βασικά μια προσωπική υπόθεση. Επρεπε να κρατήσω σε ισορροπία την αίσθηση της ματαιότητας της προσπάθειας και την αίσθηση της αναγκαιότητας του αγώνα, την πεποίθηση ότι η αποτυχία είναι αναπόφευκτη και την αποφασιστικότητα να “πετύχω”… Αν μπορούσα να το πετύχω αυτό αντιμετωπίζοντας κοινές αναποδιές –οικογενειακές, επαγγελματικές, προσωπικές– τότε το εγώ θα συνέχιζε την πορεία του σαν βέλος… Κι έπειτα, δέκα χρόνια προτού φτάσω στο όριο που είχα θέσει, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι είχα πρόωρα ραγίσει».

Οι ήρωες του Φιτζέραλντ –οι περισσότεροι προσωπεία του συγγραφέα– καταρρέουν όταν συνειδητοποιούν τη θνητότητά τους, το ατελέσφορο της σισύφειας προσπάθειας. Θα λέγαμε ότι, όπως επισημαίνει και ο διάσημος ανθρωπολόγος Ερνεστ Μπέκερ, ο φόβος του θανάτου ωθεί αυτούς τους φιλόδοξους άνδρες να αγαπήσουν τη χλιδή, τα εντυπωσιακά αυτοκίνητα, τις ακόμη πιο εντυπωσιακές γυναίκες, να ξετινάξουν τις οικονομίες τους, να κυνηγήσουν φανταστικούς εχθρούς, μα πάνω απ’ όλα να επιδιώξουν να αισθανθούν σημαντικοί σε έναν κόσμο με νόημα. Ομως νόημα στον παράλογο κόσμο τους δεν υπάρχει. Ασήμαντοι κοινοί θνητοί θα σβήσουν μαζί με το «αμερικάνικο όνειρο».