ΒΙΒΛΙΟ

Πρωτόλειο και πρωτοποριακό

prwtoporia

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
Ρομάντζο και άλλα πεζά
εισαγωγή-επιμέλεια: Χριστίνα Ντουνιά
εκδ. Εστία

Τ​​ο έγραψε το 1926, στα είκοσι τέσσερα χρόνια της. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1981, πενήντα ένα χρόνια απ’ τον θάνατό της. Και η διαπίστωση της επιμελήτρια Χριστίνας Ντουνιά, ότι αν το «Ρομάντζο» είχε δημοσιευτεί όταν γράφτηκε θα ήταν διαφορετική η εικόνα που έχουμε για τη Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), είναι σωστή. Διότι, παρά τον ενίοτε αμήχανο πρωτόλειο χαρακτήρα του, το νεανικό έργο τής πρόωρα χαμένης ποιήτριας διαθέτει τρεις σπουδαίες αρετές. Πρώτον, είναι γραμμένο ζωηρά, με μπρίο και σπίρτο – ζωντανούς διάλογους, ειρωνικό πνεύμα και οξείες κοινωνικές παρατηρήσεις. Δεύτερον, σε μια εποχή όπου η ελληνική πεζογραφία αγωνιζόταν να κατακτήσει το πεδίο του σύγχρονου αστικού βίου, το «Ρομάντζο» έδωσε έμφαση σε μια από τις προϋποθέσεις του ― την εσωτερική ζωή, την υποκειμενικότητα, την ατομική ψυχολογία. Τέλος, αν δημοσιευόταν στον καιρό του, το «Ρομάντζο» θα ήταν ίσως το πρώτο νεοελληνικό αφήγημα που εφάρμοσε τη νεωτερική τεχνική του «εγκιβωτισμένου έργου» -την ένθεση ενός μυθιστορήματος μέσα στο μυθιστόρημα-, τεχνική που επιτρέπει στο πεζό να σχολιάζει άμεσα ή έμμεσα και τα δικά του πεπραγμένα.

Θεματική του έργου, το αιωνίως επίκαιρο πρόβλημα της ενηλικίωσης, του περάσματος από την εφηβεία στη στοχαστική ωριμότητα. Νέοι της επαρχίας και της Αθήνας επιχειρούν να θέσουν σ’ εφαρμογή μαξιμαλιστικούς στόχους, καταπίνουν το δηλητήριο του ερωτικού πάθους και προσπαθούν πυρετωδώς να ορίσουν την ατομική ταυτότητά τους καθώς έρχονται σε επαφή με τους περιορισμούς της ψυχοσύνθεσης και της κοινωνικής ζωής. Η οξυδερκής αφηγήτρια (πνευματωδώς ανώνυμη, ειρωνικώς σοφή, χειροπιαστά όμως ζωντανή) παρακολουθεί τα μοιραία πάθη του Αιμίλιου, του Λεωνίδα, της Δανάης και της Αφρούλας.

Και επειδή γνωρίζουμε την αυτοβιογραφική προέλευση της έμπνευσής της, θαυμάζουμε την ικανότητα να παίρνει αποστάσεις απ’ όσα τάρασσαν και την ίδια και ν’ αντικρίζει το υλικό της παιγνιωδώς θυμόσοφα εντάσσοντας τα πάντα μέσα σ’ ένα ευρύτερο κοσμικό σύμπαν με αδιατάρακτους ρυθμούς: «Τα απέναντι βουνά έχουν το συνηθισμένο ροδογάλανο χρώμα του δειλινού. Που και που φτάνει στ’ αυτιά μου το “γκουπ γκουπ” κανενός δέντρου που πέφτει. Το ξενοδοχείο είναι άδειο, ο κόσμος λείπει στον περίπατο. Βλέπω μονάχα στη βεράντα έναν άνθρωπο που περπατεί νευρικά πάνω-κάτω. Τι ωραία βραδιά!». Και τι κρίμα που δεν μάθαμε πώς θα ’βλεπε τον κόσμο το προικισμένο μάτι της Μαρίας Πολυδούρη δέκα χρόνια αργότερα, όταν το ελληνικό μυθιστόρημα έριχνε παραφυάδες κι άνθιζε στους εύκρατους καλλιτεχνικά χρόνους της δεκαετίας του ’30!

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η συγγραφέας είχε πλήρη συνείδηση της αξίας του γραπτού της. Και διότι, όπως μας πληροφορεί η Χριστίνα Ντουνιά στην κατατοπιστική εισαγωγή της, η νεαρή συγγραφέας αγωνιούσε να βρει εκδότη. Και διότι η τεχνική του «εγκιβωτισμένου έργου» δείχνει πως, γράφοντας το «Ρομάντζο» στο Παρίσι του 1926, παρακολουθούσε τις καλλιτεχνικές εξελίξεις στην Πόλη των Φώτων. Μέσα στο μυθιστόρημα, ο Λεωνίδας συνθέτει ένα αυτοβιογραφικό έργο το οποίο εγχειρίζει στους φίλους του που αποκτούν την ευκαιρία να αντικρίσουν (μαζί κι ο αναγνώστης) όλα όσα γνώριζαν, από μιαν άλλη όμως οπτική γωνία. Καθώς η μυθιστορηματική πραγματικότητα λαμβάνει νέο βάθος, το έργο ασκεί κριτική στον ρεαλισμό που στηριζόταν στην υπόθεση πως η τέχνη μονοσήμαντα αντικατοπτρίζει τον εμπειρικό κόσμο. Ωστε λοιπόν τα εύθραυστα κωμικά γερόντια που συναναστραφήκαμε στις πρώτες σελίδες του «Ρομάντζου» είναι οι υποβλητικοί απρόσιτοι θείοι του Λεωνίδα που θα ξανασυναντήσουμε στις σελίδες του δικού του αυτοβιογραφικού έργου! Πώς τα ποικίλα βλέμματα, οι διαφορετικές ματιές, οι αποκλίνουσες οπτικές αλλάζουν την όψη της αλήθειας!