ΒΙΒΛΙΟ

«Δεν είναι ένας ευωδιαστός κόσμος»

12s6f10

Ξεκινάμε με τα δεδομένα, όπως οφείλουμε να κάνουμε σε κάθε υπόθεση μυστηρίου: Η συγγραφέας Τούβε Αλστερνταλ (Tove Alsterdal) είναι Σουηδή και με το βιβλίο της «Οι γυναίκες στην παραλία» (εκδ. Μεταίχμιο) έκανε την είσοδό της στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Σε αυτά τα στοιχεία προσθέτουμε ένα ακόμη, ότι υπήρξε επιμελήτρια των βιβλίων της συμπατριώτισσάς της Λίσα Μάρκλουντ, της πιο επιτυχημένης συγγραφέως αστυνομικής λογοτεχνίας στις σκανδιναβικές χώρες, και είναι, όπως και η Μάρκλουντ, δημοσιογράφος και σεναριογράφος. Από τα παραπάνω εύκολα συμπεραίνουμε ότι για τα εγκλήματα σε αυτό το βιβλίο ευθύνεται (και γράφει) κάποιος από την παρέα των Σκανδιναβών, που έχει καταλάβει τα τελευταία χρόνια τον λογοτεχνικό χώρο της αστυνομικής περιπέτειας. Και έχει εμπλουτίσει την πολυμορφία και την ιδιαιτερότητα του είδους με το σκυθρωπό ύφος και τους προβληματισμούς του ευρωπαϊκού Βορρά.

Πριν συνεχίσω θα ήθελα να ομολογήσω τη δική μου σχέση με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι κατά κύριο λόγο συναισθηματική, και οφείλει πολλά στο ότι, ως παιδί, δεν μπορούσα να κοιμηθώ το μεσημέρι. Στις ώρες λοιπόν της υποχρεωτικής οικογενειακής σιέστας άρχισα να ανακαλύπτω την Αγκαθα Κρίστι, διαβάζοντας βιβλία τσέπης αφημένα σε ράφια εξοχικών σπιτιών, σκονισμένα, ταλαιπωρημένα, αλλά τρομερά συναρπαστικά. Μεγαλώνοντας –και παραμένοντας αφενός άυπνη, αφετέρου φανατική αναγνώστρια ιστοριών μυστηρίου– ξετρύπωνα σε ξεχασμένα περίπτερα Βίπερ της σειράς «Αστυνομικό»: Ρέιμοντ Τσάντλερ, Ερικ Αμπλερ, Τζέιμς Τσέιζ. Ετσι, πολύ πριν μάθω τι είναι το hard-boiled στη αστυνομική λογοτεχνία, είχα εθιστεί στις «σκληρές» αμερικανικές ιστορίες με πρωταγωνιστές κυνικούς ντετέκτιβ, μοιραίες γυναίκες και διεφθαρμένους αστυνομικούς. Στην πορεία των χρόνων εμπλούτισα τις γνώσεις μου και το αναγνωστικό μου ρεπερτόριο. Χάρη στην Πατρίσια Χάισμιθ βρήκα εγκαίρως μερικά καλά επιχειρήματα ενάντια σε όσους ονόμαζαν τα αστυνομικά μου ευτελή αναγνώσματα παραφιλολογίας, και όταν έμαθα ότι ο απολύτως πολιτικοποιημένος Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ χαρακτήριζε το αστυνομικό μυθιστόρημα «είδος βίαιης κοινωνικής παρέμβασης», βρισκόμουν πλέον σε μια ηλικία που δεν χρειαζόταν να δίνω λογαριασμό για τα διαβάσματά μου.

Το νέο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα δεν μοιάζει με τίποτε από τα παραπάνω. Δεν είναι ρομαντικό με τον τρόπο του νουάρ, δεν είναι αυτοσαρκαστικό όπως πολλά από τα καλύτερα ισπανόφωνα δείγματα του είδους, δεν είναι εγκεφαλικό και ψυχαναλυτικό, ούτε έντονα πολιτικοποιημένο σύμφωνα με τα «πιστεύω» των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Ομως σε μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία του χρησιμοποιεί τη φόρμα του συγκεκριμένου είδους για να αποκαλύψει τα τρωτά σημεία της πατρίδας του. Τι ψάχνουν οι αστυνομικοί, και συχνότατα οι δημοσιογράφοι-πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών μυστηρίου, σε χώρες με τη μικρότερη εγκληματικότητα και διαφθορά στον κόσμο; Οσα κρύβουν κάτω από το χαλί ακόμη και οι καλύτερες οικογένειες. Αλλιώς, «τη σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητας», σύμφωνα με τη συγγραφέα Τούβε Αλστερνταλ. Δημοσιογράφος και η ίδια, γράφει γι’ αυτά που ξέρει πιο καλά στήνοντας την πλοκή γύρω από μια δημοσιογραφική κοινωνική έρευνα. Οι ηρωίδες του βιβλίου, οι «Γυναίκες στην παραλία», αποτελούν τα κομμάτια ενός παζλ που όταν ολοκληρώνεται αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο του τράφικινγκ. «Στο παρελθόν ένας σκλάβος ήταν μια επένδυση, την οποία κάποιος διατηρούσε επί πολλές γενιές. Σήμερα ο σκλάβος έχει μετατραπεί σε προϊόν στιγμιαίας χρήσης, το οποίο πετάμε μόλις τελειώσει η δουλειά μας», σημειώνει σε άρθρο του ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Η συγγραφέας δεν μετράει τα λόγια της όταν σχολιάζει το ζήτημα της διακίνησης ανθρώπων ως μια μορφή σύγχρονου οργανωμένου εγκλήματος. Πέρα από την κοινωνική ευαισθητοποίηση, ωστόσο, το βιβλίο διαθέτει σφιχτοπλεγμένη δράση, πολλούς και πειστικούς χαρακτήρες, ανατροπές και περιπέτεια, με λίγα λόγια όλα όσα οφείλει να έχει ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα για να κρατήσει το ενδιαφέρον μας. Το πετυχαίνει ακόμη και με εκείνους, όπως εγώ, που εξακολουθούμε να αγαπάμε τις κλασικές ιστορίες του είδους, στις οποίες τον πρώτο λόγο δεν είχε η κοινωνική καταγγελία. Τους παλιομοδίτες με τα σημερινά δεδομένα. Γι’ αυτό συνοψίζω χρησιμοποιώντας μία φράση του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Δεν έζησε σε εποχές παγκοσμιοποίησης, αλλά κάτι ήξερε για τον (βίαιο και άπληστο) ανθρώπινο χαρακτήρα που ερευνούσε στα βιβλία του: «It is not a fragrant world, baby».