ΒΙΒΛΙΟ

Χειμέριο καλοκαίρι

cheimerio-kalokairi-2097947

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑ
Ο ψίθυρος της Ευδοκίας
εκδ. Πόλις

Γ​​υναικεία υπόθεση και πάλι το νέο μυθιστόρημα της Χριστίνας Καράμπελα. Οπως στο προηγούμενο βιβλίο της («Καιροί τέσσερεις», Πόλις 2014), και εδώ ο ρεαλισμός της πλοκής διασαλεύεται από αιφνίδιες εισροές μυθικών στοιχείων, καθώς οι ήρωες διατηρούν άδηλους δεσμούς με ένα απόκοσμο, φαντασιώδες παρελθόν. Η εγγύτητα παραμυθιού και πραγματικότητας υποδηλώνεται από την παράθεση ενδιαμέσως της αφήγησης ενός μύθου, που σχολιάζει λοξά τα μυθιστορηματικά συμβάντα. Πέρα από την αλληλοδιείσδυση φαντασίας και αληθοφάνειας, ένα ακόμα μοτίβο που η Καράμπελα δανείζεται από την προγενέστερη σύλληψή της είναι η ολέθρια επίδραση των αρσενικών στις ηρωίδες της. Τώρα, μάλιστα, δεν διστάζει να συνδέσει το γένος με το ομώνυμο δηλητήριο, με το οποίο ποτίζονται οι κακοί άρρενες.

Το κεντρικό θέμα παρουσιάζεται υπό το πρόσχημα αστυνομικού μυστηρίου. Μια νεαρή αστυνομικός αναλαμβάνει να διαλευκάνει την υπόθεση της εξαφάνισης της Ευδοκίας Δημουλίδου, ειδικής στη χαρτομαντεία και την καφεμαντεία. Η γυναίκα αυτή είχε στενή σχέση με τρεις ηλικιωμένες ετεροθαλείς αδελφές, οι οποίες την επισκέπτονταν τακτικά. Ωστόσο, το καταλυτικό πρόσωπο ανάμεσά τους υπήρξε ο πατέρας της Ευδοκίας, ο οποίος παλιά ασελγούσε εις βάρος των τριών αδελφών. Τα αίτια του θανάτου του ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν επακριβώς. Ο αστυνομικός γρίφος αρχίζει να μετατοπίζεται προς ένα παραισθητικό πεδίο, από τη στιγμή που οι σελίδες ενός παραμυθιού παρεισδύουν στον παροντικό χρόνο της αφήγησης. Το «εδώ και τώρα» της έρευνας αποσταθεροποιείται από το «μια φορά και έναν καιρό».

Μια φορά και έναν καιρό τρεις ξερακιανές, κακορίζικες αδελφές τάισαν την κόρη του δυνάστη και βιαστή τους με τις κατακρεουργημένες σάρκες του, βυθίζοντάς την σε λήθαργο για έναν ολόκληρο χειμώνα. Τα τρία σκιάχτρα και η νεκροζώντανη κόρη τύλιξαν με τις μυστικές αλληλεπιδράσεις τους το χωριό σε μια ζοφώδη αχλή, την οποία, μετά από μια σύντομη εαρινή ανάσταση, διέλυσε διά παντός ο θάνατος δικαίων και αδίκων. Ομως, μέχρι το κακό τέλος του παραμυθιού, όπου τελικά κανείς δεν έμεινε να ζήσει ούτε καλά ούτε καλύτερα, παρεμβάλλονται μύρια δεινά, λιμασμένες λάμιες, ξωτικά και αιμοβόρες νυχτερίδες, φαρμακερές καταλαλιές, σκοτεινά ξόρκια και μαύρα μάγια, αόρατα, άραχλα νήματα, που υφαίνουν αλαφροΐσκιωτες για να δέσουν τους αρσενικούς, και άλλα, που ράβουν τα στόματα λιγόφαγων αγοριών.

Τα νήματα του μύθου μπλέκονται με το κουβαριασμένο νήμα της αστυνομικής πλοκής, μέσω των διαφαινόμενων συναφειών μεταξύ των δύο μερών της αφήγησης. Τα πάθη των κατοίκων του μυθικού χωριού μοιάζουν να μυθοποιούν τα τραύματα της νεαρής αστυνομικού και του προϊσταμένου της. Η πρώτη, η μόνη που έχει πρόσβαση στη φανταστική ιστορία, μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτήν ανεπούλωτες δυστυχίες της και γι’ αυτό συμπονά εκθύμως τα δύστηνα πλάσματα του παραμυθιού. Ο διοικητής της, από την άλλη, αν διάβαζε τις ίδιες σελίδες, δεν θα δυσκολευόταν να διακρίνει μια παραλλαγή των παιδικών του χρόνων, φαρμακωμένων από τις τοξικές συνταγές της μητέρας του και την εκδικητική του ανορεξία.

Η Καράμπελα προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην τροφή, που άλλοτε λαχταρούν και άλλοτε αρνούνται οι ήρωές της, αξιοποιώντας μυθοπλαστικά τις πολλαπλές της εκφάνσεις. Συστατικό επιβίωσης, τέρψη, θαλπωρή, έγνοια, προσφορά, γιατρικό, ναρκωτικό, δηλητήριο, η τροφή υποσημαίνει στη μυθοπλασία τη σχέση του κάθε ήρωα με τα πιο καθοριστικά για τη ζωή του πρόσωπα, είτε πραγματικά, είτε επινοημένα, είτε παρόντα, είτε εκλιπόντα. Εξίσου πρισματική εικονίζεται και η μορφή της Ευδοκίας, η οποία για τον καθένα υποστασιοποιεί μιαν αδήριτη, ζωτική ανάγκη, αναπληρώνοντας φαντασιακά οδυνηρές ελλείψεις. Μητρική, συμπονετική, δυναστική, ένοχη και την ίδια στιγμή εξαγνιστική, η Ευδοκία διατρέχει σαν ίσκιος τις σελίδες, κάνοντας τους ενοίκους τους να αναριγούν από όλα τα ξεχασμένα που επιμένουν να τους επισκέπτονται, ψιθυρίζοντάς τους παραμυθίες για παλιές λύπες.

Η δισυπόστατη ιστορία της Καράμπελα εκτυλίσσεται στη διάρκεια ενός παράξενου καλοκαιριού, που κατά καιρούς το διαστίζουν οι ριπές ενός, μόνο κατ’ όνομα, παραμυθένιου χειμώνα. Λόγω μιας συμπαιγνίας, από αυτές που συχνά διαμείβονται μεταξύ ζωής και γραφής, το καλοκαίρι της Ευδοκίας μοιάζει με το φετινό καλοκαίρι, υποθερμικό, εφιαλτικό, οπωσδήποτε σουρεαλιστικό.