ΒΙΒΛΙΟ

Η λογοτεχνία ως αμαρτία και ως λύτρωση

i-logotechnia-os-amartia-kai-os-lytrosi-2116516

Λίγο πριν  από το τέλος της χρονιάς που πέρασε κυκλοφόρησε στα ελληνικά ένα κλασικό έργο της αγγλικής γραμματείας, η αυτοβιογραφία του Εντμουντ Γκος (Edmund Gosse, 1849-1928), «Πατέρας και γιος. Σπουδή πάνω σε δύο ιδιοσυγκρασίες» (μτφρ. Π. Σουλτάνης, ΠΕΚ). Αξίζει να διαβαστεί για πολλούς λόγους. Ο πατέρας του βιβλίου Φίλιπ Χένρι Γκος (1810-1888) ήταν σπουδαίος φυσιοδίφης, ενώ ο γιος και συγγραφέας σημαντική μορφή των αγγλικών γραμμάτων. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1907, 20 έτη μετά τον θάνατο του πατέρα.

Οι γονείς του συγγραφέα ανήκουν στην προτεσταντική σέκτα των Αδελφών του Πλίμουθ (Plymouth Brethren), που ιδρύεται περί το 1830, μικρή αριθμητικά, αλλά με δυσανάλογα μεγάλη επιρροή έως σήμερα. Η αδελφότητα αυτή είναι απολύτως αντικληρικαλιστική (δεν υπάρχει ορισμένος πάστορας ή κήρυκας), τα μέλη της συνάζονται μόνο για την κλάση του άρτου και το κήρυγμα, πιστεύουν στην αποκλειστική αυθεντία της Βίβλου, την οποία ερμηνεύουν εντελώς κυριολεκτικά. Πυρήνας της διδασκαλίας τους είναι αυτό που ονομάζεται «προχιλιαστική θεολογία των οικονομιών» (premillennial dispensational theology), θεωρούν δηλαδή διαρκώς επικείμενη τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την αναρπαγή των αγίων, για να εγκαθιδρυθεί η χιλιετής βασιλεία Του. Οι «άγιοι» επομένως πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή ετοιμότητα για την ανά πάσα στιγμή ενδεχόμενη αναρπαγή τους.

Σε ένα τέτοιο ασφυκτικό και τυραννικό περιβάλλον, «χωρίς ανθρωπιά» (σ. 27), μεγαλώνει ο μικρός γιος, του οποίου η αφιέρωση στον Κύριο έχει αποφασιστεί εκ γενετής (σ. 74). Ενα χριστουγεννιάτικο γλύκισμα συνιστά ακραία ειδωλολατρία και πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια (σ. 113), ενώ η Κυριακή, η ημέρα, υποτίθεται, της χαράς του Κυρίου, γίνεται αληθινό μαρτύριο (σ. 214-216). Ενα από τα πράγματα που έχει εξοριστεί από το σπίτι είναι η μυθοπλασία, θρησκευτική και μη αδιακρίτως (σ. 32). Η λογοτεχνία είναι αμαρτία, γιατί δεν είναι αλήθεια. Ο Σαίξπηρ ήταν απαγορευμένο ανάγνωσμα.

Ο γιος θέτει τώρα εκ των υστέρων το ερώτημα πώς γίνεται ένας κορυφαίος φυσικός επιστήμονας, στην υπηρεσία της επιστημονικής ορθολογικότητας, να έχει τόσο στενή και άκαμπτη θρησκευτική πίστη; Μα ακριβώς αυτός ο αφιλοσόφητος ορθολογισμός, η απουσία φαντασίας, είναι που τον οδηγεί εκεί, σε αυτόν τον ερμηνευτικό πρωτογονισμό, στην άκαμπτη κυριολεκτική ερμηνεία (σ. 69-70, 127, 263). Ο πατέρας είναι ανίκανος να δει αλληγορίες, σύμβολα, παραβολές, ιστορικότητα. Οπως οι θαλάσσιες ανεμώνες και τα κοράλλια του είναι αυτά που είναι και δεν εννοούν ποτέ κάτι άλλο, έτσι ακριβώς και το βιβλικό κείμενο. Ο γιος θέτει και ένα άλλο, σκληρότερο ερώτημα: πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος με τρυφερή καρδιά να πιστεύει ότι μπορεί κάποιος να καταδικαστεί αιώνια, λόγω παρανόησης ενός χωρίου της Γραφής (σ. 262); Μα ο φυσιοδίφης μας δεν ήταν ο πρώτος (ούτε ο τελευταίος) στην ιστορία του χριστιανισμού που το πίστευε αυτό, ο κίνδυνος μιας τέτοιας πεποίθησης απειλεί κάθε θρησκευτική συνείδηση που πιστεύει σε μια αλήθεια αποκλειστική και μυστηριώδη, και θεωρεί ότι μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια και να διερμηνεύει αυθεντικά το θέλημα του Θεού.

Κάθε σημαντικό βιβλίο έχει πολλές πύλες εισόδου. Το «Πατέρας και γιος» μπορεί να το διαβάσει κανείς ως σπουδή και μαρτυρία για τους Αδελφούς του Πλίμουθ και τον προτεσταντικό φονταμενταλισμό εν γένει ή για το τέλος της Βικτωριανής Αγγλίας. Το βιβλίο όμως είναι πρωτίστως αυτοβιογραφία, και ας λέει το αντίθετο ο συγγραφέας (σ. 244), είναι δηλαδή αφήγηση, που σημαίνει ανασυγκρότηση, μιας ατομικότητας και μιας ζωής. Ο γιος εδώ δεν βιογραφεί τον πατέρα, το έχει κάνει άλλωστε αρκετά χρόνια νωρίτερα (1890). Ο γιος αυτοβιογραφείται, και ας λέει πάλι ο ίδιος το αντίθετο (σ. 268), μιλάει για τον εαυτό του μέσα από τη σχέση με τον πατέρα του και την τελική ρήξη μαζί του. Σε αυτήν τη σεβαστική ρήξη θα τον οδηγήσει η εξοβελισθείσα λογοτεχνία που βρήκε τη χαραμάδα να εισχωρήσει στη ζωή του (μέσα από την ανάγνωση της προς Εβραίους επιστολής από τον πατέρα, ή από έναν στίχο του Βιργιλίου που του απαγγέλλει, ή από την ανάγνωση του περιπετειώδους «Ημερολογίου του Τομ Κρινγκλ»), η επαφή με την ομορφιά της φύσης, η παρέα με τα άλλα παιδιά. Οταν όμως λέμε αυτοβιογραφία λέμε αυτόματα λογοτεχνία.

Οι φιλόλογοι και οι μελετητές του έργου έχουν ήδη εντοπίσει τις πραγματολογικές ανακρίβειές του, παρά την κατηγορηματική, εισαγωγική δήλωση του συγγραφέα περί του αντιθέτου (σ. 13). Ο συγγραφέας αφηγείται λοιπόν, με εξαιρετική τέχνη και λεπτότητα, την πορεία προς την κατάκτηση της ατομικότητάς του. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της στενόκαρδης και άχαρης θρησκευτικής αγωγής ήταν να διακόψει ο γιος κάθε σχέση με τη θρησκεία, να την θεωρήσει τελικά περιττή και ανεπιθύμητη για την ανθρώπινη ζωή (σ. 284). Στα χέρια ενός άτεχνου συγγραφέα, αυτός ο πατέρας θα παρουσιαζόταν ως τέρας, ενώ εδώ αντίθετα η μορφή του ιχνογραφείται με ευγένεια, διακριτικότητα, εκτίμηση, αναγνώριση και, κατά βάθος, αγάπη. Ο Εντμουντ Γκος ξέρει πόσα οφείλει για αυτό που κατόρθωσε να γίνει σε όσα πικρά έζησε στο πατρικό σπίτι, και ξέρει ακόμη, καθώς πλησιάζει πια τα 60, τα όρια και τους περιορισμούς κάθε ανθρώπινης ζωής. Αίσια κατακλείδα: «ο νεαρός άντρας […], με όσο σεβασμό μπορούσε, χωρίς προκλήσεις ή διαμαρτυρίες, άσκησε το δικαίωμα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης να διαμορφώνει η ίδια την εσωτερική της ζωή».