ΒΙΒΛΙΟ

Ενας απελπισμένος άνθρωπος

enas-apelpismenos-anthropos-2117182

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΤΑΚΗΣ
Η ιστορία ενός σούπερ μάρκετ
εκδ. Κέδρος

Ε​​νας ναυαγός σε ένα έρημο νησί του Ειρηνικού αποφασίζει να διαπρέψει στον τομέα των επιχειρήσεων, ανοίγοντας ένα σούπερ μάρκετ. Η παλαβή αισιοδοξία του δεν είναι μόνο σύμπτωμα των δυσεξιχνίαστων ψυχικών παθήσεων, από τις οποίες νοσούν οι ήρωες του Δ. Σωτάκη, αλλά και ένα μανιασμένο ξεγέλασμα της απόγνωσης. Ο ενθουσιασμός του στη σκέψη ότι απαλλάχθηκε από την προηγούμενη ζωή του δεν είναι παρά το ξέσπασμα μιας χρόνιας θλίψης, που βρίσκει την εκτόνωσή της στην πιο παράλογη προσμονή, ένα τελευταίο πρόσχημα για την επιβίωση. Ο Ροβήρος Ανθρωπος χτίζει το αλλόκοτο σούπερ μάρκετ του στην ακτή, αδημονώντας για την προδιαγεγραμμένη επιτυχία του, έρμαιο μιας «απόκοσμης επιθυμίας για επιβίωση». Το να ελπίζει συνιστούσε τη μέγιστη ηθική υποχρέωση προς τον εαυτό του.

Ο Σωτάκης γλεντάει δεόντως τον αλλόφρονα δημιουργικό οίστρο του ήρωά του, παρακολουθώντας τον να σχεδιάζει τα θεμέλια για τη στήριξη του ονείρου του. Στα πρακτικά, όπως η κατασκευή του καταστήματος, η συντήρηση των τροφίμων, η κοστολόγησή τους, η προσέλκυση πελατών, το μάρκετινγκ, τα υπαλληλικά δικαιώματα και οι φορολογικές υποχρεώσεις, στοιχίζονται φιλοσοφικοί προβληματισμοί, όπως η διαχείριση της κοινωνικής καταξίωσης, η διαφύλαξη του κύρους, η ορθή διαίρεση ωρών εργασίας και αμεριμνησίας.

Το «Νησάκι του Ροβήρου», επωνυμία του σούπερ μάρκετ, θα στέγαζε υλοποιημένες όλες τις ματαιωμένες προσδοκίες του ιδρυτή, θα ήταν ένας θύλακος συγκινήσεων, που η πρότερη ζωή τού στερούσε. Σε αυτή την απρόσμενη εξορία άγγιξε την απόλυτη γαλήνη μέσα στην οποία έσβηναν οι παλιές αγωνίες. Η ζωή του στο νησί ήταν «μια ανεξάντλητη πηγή χαράς», που τίποτα δεν τη στέρευε ούτε την πρόδιδε, ήταν «ο τόπος της αναγέννησής» του. Για πρώτη φορά υπήρχε με όλες του τις αισθήσεις διεγερμένες, «παρών και ήσυχος».

Οπως συλλογίζεται κάποια στιγμή, απώτερος στόχος του ήταν «η δημιουργία ενός κόσμου». Πράγματι, ο Ανθρωπος του Σωτάκη εγκαταλείπει τον κόσμο για να χτίσει έναν στα μέτρα του, αδιαφορώντας αν ο ίδιος θα κατέληγε ο μοναδικός του ένοικος. Τα ράφια με τα κρέατα, τα ψάρια και τα λαχανικά αντανακλούσαν την πλησμονή που διακαώς φαντασιωνόταν. Εδιναν ένυλη μορφή στο αίσθημα της πληρότητας. Ομως δεν αρκούσαν για να θρέψουν το όνειρο. Η ευδαιμονία του Ανθρώπου χρειαζόταν μάρτυρες. Ηθελε ο κόσμος να έρθει στον κόσμο του. Δεν γινόταν να ευτυχήσει χωρίς τη μαρτυρία των άλλων. Και όσο τους περίμενε, τόσο περισσότερο αγωνιούσε για την αντοχή της αισιοδοξίας του. Ακινητοποιημένος στον διεσταλμένο χρόνο της αναμονής, που έπαιρνε βαθμιαία το σχήμα της ήττας, ο Ροβήρος κεντρίζεται από ένα «συγκλονιστικό συναίσθημα» που τον κάνει να δακρύσει. Ενιωσε πως πλησίαζε η αρχή του τέλους, «ή καλύτερα το τέλος της προσμονής». Η πιο οδυνηρή διάψευση ενεδρεύει στη στιγμή που η επιθυμία τείνει να πραγματωθεί. Ωστόσο, η λαχτάρα του για ευτυχία δεν κάμπτεται, η επιμονή του έμοιαζε πια με χρέος, «χρέος προς την ιστορία της ζωής» του.

Ο Ροβήρος Ανθρωπος φέρει όλη τη συμπτωματολογία των μυθιστορηματικών χαρακτήρων του Σωτάκη. Εμμονικός και φυγόκοσμος, κυκλωμένος από μια «παρακμιακή συνάφεια» γεγονότων, από έναν καταθλιπτικό «ζωικό κύκλο», πνιγμένος σε μια ζωή ανηδονική και πληκτική που θανατώνει ακαριαία ακόμα και την ελάχιστη ονειροπόληση, σαλεμένος από τις επιθυμίες που μαίνονται στο μυαλό του. Η έξαλλη, εξωφρενική ευφορία του εκπηγάζει από την τήρηση της υπόσχεσης που έδωσε στον εαυτό του, να γίνει ευτυχισμένος με τους δικούς του όρους. Οπως μας λέει: «πέρασα το δυσκολότερο νοητό όριο που μπορεί να περάσει ο σύγχρονος άνθρωπος, έφτασα από το όνειρο στην πραγματικότητα, και το έκανα με πάθος και τρυφερότητα».

Με πάθος και τρυφερότητα μας αφηγείται ο Σωτάκης την ιστορία του, την ιστορία ενός ανθρώπου, ο οποίος, αρνούμενος να ζήσει στον πραγματικό χρόνο της ματαίωσης και της αποτυχίας, μετατόπισε τη ζωή του στον ιδεατό χρόνο του επικείμενου, στο μεταίχμιο υπαρκτού και ανύπαρκτου, στον μέλλοντα χρόνο της προσμονής, εκεί όπου απλώνεται η «απεραντοσύνη της ευτυχίας».