ΒΙΒΛΙΟ

Ζωή, που στο μεταξύ έγινε ποίηση

zoi-poy-sto-metaxy-egine-poiisi-2120183

Ενδεχομένως, ολοκληρωμένο θεωρείται το έργο ενός δημιουργού μόλις εκείνος πεθάνει – έστω, αναγκαστικά ολοκληρωμένο. Από την άλλη, το έργο παραμένει ανολοκλήρωτο αφού παραδίδεται στις μελλοντικές αναγνωστικές γενιές. Με τον θάνατο της ποιήτριας Μαρίας Κυρτζάκη, το έργο της θεωρείται τετελεσμένο, αλλά μένει στα χέρια όσων θα τη διαβάζουν από εδώ και στο εξής.

Ο θάνατος της Μαρίας Κυρτζάκη την Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016 μοιραία μάς οδήγησε στην επανανάγνωση του έργου της, ως ένα μικρό, προσωπικό μνημόσυνο – όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να κλέψουμε λίγη από την αιωνιότητα του χρόνου. Το τελευταίο αυτό σημείο στο χρονολόγιό της μας ζητάει να κοιτάξουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Ασφαλώς, η αποτίμηση της προσφοράς ενός δημιουργού με τόσο πολυσχιδές έργο δεν είναι εύκολη υπόθεση, ενώ είναι οπωσδήποτε αμήχανη – καμιά φορά δεν είναι καν αναγκαία, αφού σε μερικά έργα μια κάποια αποτίμηση μοιάζει λίγη, ελάχιστη.

Γεννημένη στην Καβάλα το 1948, η Κυρτζάκη ήταν –να ο πρώτος δύσκολος παρατατικός– μια ποιητική φωνή της λεγόμενης γενιάς του ’70, της γενιάς της αμφισβήτησης, η οποία ασχολήθηκε με τον λόγο από πολλές μεριές: καθηγήτρια φιλόλογος για λίγα χρόνια, επιμελήτρια κειμένων και εκδόσεων, ραδιοφωνική παραγωγός εκπομπών λόγου στο πλάι του Μάνου Χατζιδάκι, μα, πάνω απ’ όλα, εκείνη η ποιήτρια που αντιμετώπιζε με σθένος την ποιητική μάχη με το φύλο και την καταγωγή της, αλλά και τον θάνατο.

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1973-2002», που η ίδια επιμελήθηκε, είναι μια βεντάλια πάνω στην οποία ξετυλίγεται η ακατάπαυστη επιθυμία της να αναμετρηθεί με ό,τι την αποτελούσε. Η έμφυλη γραφή της δεν είναι τίποτε άλλο παρά η σύγκρουση μιας γυναίκας σ’ έναν κόσμο ανδροκρατούμενο, η ανατομία της επαρχίας μέσα από τα πρόσωπα που τη δημιουργούν, η Ιστορία και οι τραγικοί μύθοι ως φαρέτρα για την αποτύπωση του τώρα, το άπειρο του θανάτου σε μια πεπερασμένη ζωή – κι εδώ είναι η σπουδαία συνομιλία της με τον Γιώργο Χειμωνά.

Κι ο έρωτας; Ο έρωτας στην ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη είναι ένα λαγωνικό που μηρυκάζει γυρεύοντας να βρει τον Αλλο. Το έργο της δεν είναι απλώς μια κατάφαση στον έρωτα· είναι, ακόμη περισσότερο, μια άρνηση στις μισοτελειωμένες δουλειές που εκείνος αφήνει προτού ολοκληρωθεί· ο έρωτας της Κυρτζάκη είναι μια μάχη με ό,τι μένει να χάσκει στον γκρεμό, αυτό ακριβώς που η ποίησή της προσπαθούσε να περισώσει.

Οι δέκα συλλογές της Μαρίας Κυρτζάκη, όλες στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, είναι μια στάση λεωφορείου στην άκρη μιας μητρόπολης που γνώρισε καταστροφές: περιμένεις το λεωφορείο για να σε πάει μακριά, έχοντας στις αποσκευές σου, ως ενθύμια, σπαράγματα ζωής που οι διαρκείς μάχες τη σμπαράλιασαν. Κι όμως, αυτή η ζωή, που στο μεταξύ έγινε ποίηση, διασώζει, έστω και την τελευταία στιγμή, αυτό που είναι μοιραίο να σωθεί: τις λέξεις.

Η Μαρία Κυρτζάκη έσωζε συνεχώς λέξεις, κατά το προσφιλές της σολωμικό σύμπαν: «Στα σκοτεινά παλάτια των αισθήσεων/ οι σημασίες κατοικούν κι απ’/ το απρόβλεπτο φωτίζονται νυκτούρο/ φως που πλημμυρεί τις παραλίες/ των σωμάτων ― φλοίσβος και αύρα/ του νερού γερμένες υγρασίες/ μουλιάζουν οι αναπνοές// Και κάθε σώμα τις σημασίες του/ ανταλλάσσει» («Λιγοστό και να χάνεται», 2002).

Γενναιόδωρη, δίκαιη, τρυφερή και αυστηρή, η Μαρία Κυρτζάκη συνομιλούσε με την εποχή της, τη χειρουργούσε και της αφαιρούσε τα άχρηστα. «…διακινδυνεύοντας στην ανάγκη την αναγνωριστική ταυτότητά μας»: αυτό το σπάραγμα του Δ. Ν. Μαρωνίτη, που χρησιμοποίησε στην πρώτη της συλλογή «Λέξεις» (1973), αφήνεται σαν προοικονομία του συνολικού της έργου· μέσα από αυτή την ανάγκη η Μαρία Κυρτζάκη αναγνώριζε την ταυτότητά της, αφήνοντας τον εαυτό της ελεύθερο να δημιουργήσει. Κι εμάς, χωμένους στις λέξεις της, ελεύθερους να μάθουμε από τι αποτελείται τελικά η ζωή.