ΒΙΒΛΙΟ

Το αφύλακτο πέρασμα

Το αφύλακτο πέρασμα

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ
Η κρυφή πόρτα
εκδ. Μεταίχμιο

Σ​​υνυπάρχουμε με κατοικίδια φαντάσματα, ακόμα και όταν εφησυχάζουμε με την αυταπάτη μιας απόρθητης ιδιωτικότητας. Με τα δικά μας έντρομα χέρια παραμερίζουμε τα παραπετάσματα του προσωπικού μας περίφρακτου χώρου, για να κοιτάξουμε στην άλλη πλευρά, σε μια άλλη ζωή που τρέμουμε και ποθούμε. Στο πρόσφατο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου εκτυλίσσεται ένα θρίλερ δωματίου. Ο ήρωας, ένας μεσήλικος διανοούμενος, εξόριστος από τη ζωή σ’ ένα ρετιρέ στην Ασκληπιού, περιφρουρεί την ερημία του με χαρτιά, μολύβια και λεξικά, κρυμμένος από τον χαμό των ημερών που μαίνεται πέντε ορόφους πιο κάτω.

Ομως, η πόρτα στον μεσότοιχο, που ενώνει τα δύο διαμερίσματα του ορόφου του, του υπενθυμίζει πως πληρώνει ακριβά την ευρυχωρία της μοναξιάς του. Ετσι, στο άλλο μισό του σπιτιού εγκαθίσταται μια νεαρή νοικάρισσα, από την οποία τον χωρίζει μόλις ένα ελαφρύ σπρώξιμο στο γλωσσίδι της τρομερής κερκόπορτας.

Το ζωτικότερο στοιχείο της μυθοπλασίας είναι η αμφιθυμία του ήρωα όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στον απαγορευμένο χώρο, στον οποίο έχει μετατραπεί ένα μέρος του σπιτιού του. Η ομότοιχη ζωή έκανε τη δική του στενόχωρη. Οι διαρκείς μετατοπίσεις ενός επίπλου μπροστά στην επίφοβη πόρτα μαρτυρούν την ταλάντευσή του ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας του μικρόκοσμού του και στην αγωνία της διάρρηξης ενός άλλου, πλησίον του και ωστόσο άβατου. Ποιος είχε περισσότερο ανάγκη αυτό το ανάχωμα; Εκείνος ή εκείνη; Ποιος από τους δύο κινδύνευε; Το σύνορο του μεσότοιχου ήταν το πέρασμα στο όνειρο ή σε εφιάλτη; Η κλειστή πόρτα γίνεται ρωγμή που ρημάζει την περιτειχισμένη ηρεμία του άντρα, καθώς κρύβει από πίσω της ανησυχαστικά ενδεχόμενα. Η κοκκινωπή ανταύγεια από το πορτατίφ στη διπλανή κρεβατοκάμαρα κατακαίει τα εύφλεκτα φράγματά του, που τον προφύλασσαν από επικίνδυνες αναφλέξεις.

Αυτή η αδιάφορη μέχρι τότε τρύπα της οικιακής χωροταξίας έχασκε τώρα απειλητική όσο και προκλητική. Ακόμα και όταν ο ήρωας τη σφραγίζει με το έπιπλο, δεν παύει να αισθάνεται πως ό,τι περιφρουρούσε είχε πλέον αλωθεί. Ηταν «σαν να είχε έξαφνα τρυπήσει το μολυβένιο κουτί όπου είχε κλείσει για χρόνια τη ζωή και τις επιθυμίες του, και αυτές τώρα ξεχείλιζαν μες στα δυο κύρια δωμάτια του διαμερίσματός του». Η κρυφή πόρτα «ξεχώριζε οδυνηρά στον μεσότοιχο, σαν να είχε αποκτήσει πλαίσιο από φλόγες». Δίπλα της το τραπέζι με τα χαρτιά και τα βιβλία του έμοιαζε σαν απομεινάρι μιας παλιάς, προ καιρού τερματισμένης ζωής, στην οποία ήταν αδύνατον να επιστρέψει. Τώρα αδημονούσε να εποικήσει αυτή την «εχθρική χώρα», το σώμα της όμορφης γυναίκας, η ελάχιστη απόσταση από το οποίο δεν παρεμποδιζόταν παρά από ένα αφύλακτο πέρασμα.

Το μυστήριο, που φλογίζει την τεταμένη συνύπαρξη του ιδιοκτήτη με τη νοικάρισσά του, δεν εκλύεται μόνο από τον ολοένα και πιο ορμητικό πόθο του πρώτου, αλλά κυρίως από τη δυσεξιχνίαστη συμπεριφορά της δεύτερης. Αναδαυλίζοντας τις ερωτικές του προσδοκίες, τον παγιδεύει σε ένα παιχνίδι μαυλίσματος και απώθησης, το οποίο παρατείνει επιδέξια μέχρι που χάνει τον έλεγχό του. Οι ρομαντικές ονειροφαντασίες του άντρα εκβάλλουν σε έναν χυδαίο παροξυσμό, ενώ οι εκδικητικές βλέψεις της κοπέλας συνθλίβονται με την ταπείνωσή της. Καθώς οι δυο τους παλεύουν σε ένα λυσσώδες σμίξιμο, κάτω η πόλη φλέγεται ακόμη μία φορά από τον θυμό και την απόγνωση που σπιθίζουν στους δρόμους της.

Ο Αλέξης Πανσέληνος, με απαραγνώριστη μυθοπλαστική διεισδυτικότητα, κορυφώνει μια συνηθισμένη ερωτική περιπέτεια σε σφοδρή έκρηξη, που πυροδοτείται από το όμορο παρελθόν των ηρώων. Και οι δύο αποδεικνύονται ανοχύρωτοι μπροστά στους κινδύνους που εγκυμονούσε το διάπλατο άνοιγμα της πόρτας. Εξόχως υποβλητική είναι η εξεικόνιση της αθηναϊκής τοπιογραφίας, η οποία, αν και αφόρητα οικεία, παρουσιάζεται σαν ένα σκηνικό ιδεώδες για δύστηνα πεπρωμένα, φοβερά δεινά και δολερά αινίγματα. Στο τέλος του βιβλίου, μέσα σε αυτό το παράφορο τοπίο, ο ήρωας, γονατισμένος πλάι σε έναν άστεγο, αντιμετριέται με την αίσθηση μιας τελεσίδικης ανεστιότητας.