ΒΙΒΛΙΟ

Επιδείνωση του καλού

kritiki--4

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ
Το πέρασμα
εκδ. Μεταίχμιο

Τ​​ι άνθρωποι σε ανάγκη σε αναγκάζουν. Σε αναγκάζουν να τους κοιτάξεις, να τους στέρξεις, να τους συμπονέσεις, να τους μισήσεις, να τους περιφρονήσεις, εν ολίγοις σε αναγκάζουν να κοιτάξεις το καλύτερο και το χειρότερο βαθιά μέσα σου και έτσι να περάσεις από την αυταπάτη στην επίγνωση. Ο Τζαμιώτης, παρακολουθώντας στις σελίδες του νέου του βιβλίου την τεταμένη συνύπαρξη 400 ναυαγισμένων προσφύγων και 130 περίπου πελαγωμένων νησιωτών, μοιάζει να ατενίζει την προαιώνια, αμφίρροπη διελκυστίνδα μεταξύ καλού και κακού. Η δεσπόζουσα αντινομία της ανθρώπινης φύσης, η δεινότητά της στο τρανό και η ενόρμησή της προς το χείρον, εξεικονίζεται αριστοτεχνικά σε επιμέρους στιγμιότυπα, η σύνθεση των οποίων θυμίζει τη «Σχεδία της Μέδουσας», τον εμβληματικό πίνακα του Ζερικό. Εδώ οι ναυαγοί παραμένουν στη σχεδία τους, ένα μικρό νησί του Αιγαίου, μόνο τέσσερις ημέρες, αρκετές ωστόσο για να αντιμετρηθούν με την εξαθλίωση, ηθική και σωματική, το απώτατο άκρο της απελπισίας. Η απειλή της απανθρωποποίησης επικρέμαται και πάνω από τους ντόπιους, οι οποίοι, εξαντλημένοι από τον πόνο των ξένων, νιώθουν πως η συμπόνια και το έλεός τους σύντομα θα σωθούν, χωρίς τελικά να έχουν σώσει κανέναν. Από το άλλο μέρος, ο αγώνας των πιο ανήσυχων να διασώσουν την ανθρωπινότητα του ανθρώπινου προσώπου τους άλλοτε τους παγιδεύει σε αλυσιτελή διλήμματα και άλλοτε τους δεσμεύει με ευθύνες που αδυνατούν να επωμιστούν χωρίς να προδικάσουν την ενοχή τους. Αλλά και πάλι προβάλλει το δυναστευτικό για τη συνείδηση ερώτημα: «Τι ωφελεί να παριστάνουμε τους αθώους;».

Ο Τζαμιώτης αποτυπώνει τη δοκιμασία της καλοσύνης μέσα από εκπληκτικά ψυχογραφήματα, πυκνωμένα σε λιγοστές, πολύσημες, χειρονομίες. Με συγκινεί ο Ούλριχ, που μαζεύει σε σακούλες σκουπιδιών τα ρούχα της νεκρής γυναίκας του, αμφίθυμος για το αν ατιμάζει τη μνήμη της ή αν το ξεθυμασμένο άρωμα της λεβάντας από τα συρτάρια της τον κάνει να λησμονεί το επείγον χρέος προς τους επιζήσαντες. Το ίδιο μελαγχολική εμφανίζεται η Ινγκριντ, που δυσκολεύεται να αντέξει τον σπαρακτικό κυνισμό της. Ισχυρή μυθοπλαστικά είναι και η παρουσία του Αλέξανδρου, που από συγγραφέας μετατρέπεται σε φιλοξενούμενος του ξενώνα, όταν ένα ζοφερό τοτέμ τον απομακρύνει διά παντός από κάθε υπόστεγο. Η πραγματικότητα, εξόχως εφευρετική σε βαναυσότητα, του παρουσιάζει ένα θέαμα που «ξεπερνούσε τις προσδοκίες του από τον κόσμο». Η εικόνα, «ένα φοβερό λεπίδι», χωνόταν με ασυγκράτητη δύναμη μέσα του, «πετσοκόβοντας ό,τι έβρισκε στον δρόμο του». Μέσα από ένα ανηφορικό πέρασμα, ο Αλέξανδρος επιστρέφει στα υψηλότερα πλατώματα της ύπαρξης, εκεί όπου δίνει τις δικές του μάχες με τους ανθρώπους και το αίμα ο αγροτικός γιατρός.

Οπως σε όλα τα βιβλία του Τζαμιώτη, ιδιαίτερη σημασία έχουν και εδώ τα διαλογικά μέρη, όπου διατυπώνονται κρίσιμες διερωτήσεις σχετικά με την ηθική αντοχή ενός δοκιμαζόμενου προσώπου. Οι αντιδικίες αναδεικνύουν το τρομακτικό μέγεθος των ανθρώπινων πράξεων, την αβυσσώδη παλινδρόμησή τους μεταξύ καλού και κακού, τα ναρκοθετημένα περάσματα προς την πιο ευγενή γενναιοδωρία, το επίμοχθο λαμνοκόπημα προς τον άλλον. Ο κόσμος είναι ένα «άγριο χάος», «κατά βάση ένα μέρος φρικτό». Μέσα σε τρομερή κακοκαιρία που διαρκώς επιδεινώνεται, οι ένοικοι του νησιού, εφήμεροι και μόνιμοι, αγωνίζονται να βρουν απάγκιο, άλλοι στην προσμονή μιας άλλης γης και άλλοι στην αναπόληση του τόπου που έχασαν, για λίγο ή για πάντα. Ολοι παλεύουν να υπερασπιστούν κάτι που χάνει ολοένα το νόημά του. Μια πατρίδα, ένα χρέος, τον εαυτό τους. Ο Τζαμιώτης, χάρη στην οξυδέρκεια της ευαισθησίας του, σπέρνει θύελλες για να θερίσει τη γυμνή, ξεπλυμένη ψυχή των ηρώων. Κατακόμβες δεν ενεδρεύουν μόνο στην ανοιχτή θάλασσα και στα μέτωπα του πολέμου, αλλά και σε ένα απόκοσμο κτίριο με εξανθρωπισμένη πρόσοψη, που όζει ανθρωπίλας, ενόσω η ανθρωπιά χαροπαλεύει. Η γραφή του Τζαμιώτη αφουγκράζεται, άλλοτε στοχαστική και άλλοτε φορτισμένη, αυτό το ακατάπαυστο χαροπάλεμα, τον αναπαλμό της δυστυχίας, απ’ όπου κρίνεται η δικαίωση του ανθρώπινου προσώπου, ατομικού και συλλογικού.