ΒΙΒΛΙΟ

Αντίστροφη μέτρηση για ένα θεσμό

antistrofi-metrisi-gia-ena-thesmo-2135534

Στην ιστοσελίδα του βραβείου Ράνσιμαν (www.runcimanaward.org) υπάρχει ένα ρολόι που μετράει αντίστροφα τον χρόνο έως τη φετινή απονομή, στις 14 Ιουνίου, στο Hellenic Centre του Λονδίνου. Το 2016 ενδέχεται να είναι και η τελευταία χρονιά που η Εθνική Τράπεζα θα χορηγήσει με το ποσό των 9.000 λιρών το βραβείο προς τιμήν του διαπρεπούς βυζαντινολόγου Σερ Στίβεν Ράνσιμαν (1903 – 2000), το οποίο απευθύνεται σε συγγραφείς βιβλίων για την Ελλάδα, γραμμένων στα αγγλικά. Η χορηγία της Εθνικής ξεκίνησε το 1999, δεκατρία χρόνια μετά τη θέσπιση του βραβείου (1986), το οποίο εντάσσεται στη δραστηριότητα του συλλόγου Anglo-Hellenic League, που ιδρύθηκε το 1912 – 1913.

Τη φετινή κριτική επιτροπή αποτελούν τέσσερα μέλη: ο καθηγητής Τόμας Χάρισον (πρόεδρος), ο δρ Διονύσιος Σταθακόπουλος (King’s College), ο δρ Τζον Πένι (Wolfson College) και ο Διονύσης Καψάλης (διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας). Η θητεία των μελών είναι τριετής, εκτός από του κ. Καψάλη, που ως εκπρόσωπος της Ε.Τ. έχει σταθερή παρουσία από το 1999.

Αν τα στοιχεία που προαναφέραμε δεν αρκούν για να στηρίξουν τη βαρύτητα και την ιστορικότητα του βραβείου, θα πρέπει να πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Να μιλήσουμε για τους βραβευμένους και τα θέματα των βιβλίων τους στη διάρκεια της 20ετίας (ο Μαρκ Μαζάουερ και ο Ρόντερικ Μπίτον είναι από δύο φορές νικητές ο καθένας), να αναπτύξουμε τους δεσμούς και την επιρροή του θεσμού στην επιστημονική – πανεπιστημιακή κοινότητα διεθνώς αλλά και πιο εντοπισμένα στο θέμα των ελληνικών σπουδών, να επεκταθούμε σε συνειρμούς για το τι έχει απομείνει να εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό με θετικό πρόσημο.

Εάν το βραβείο Ράνσιμαν εξακολουθήσει ή όχι να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή, εξαρτάται από την απόφαση της Εθνικής Τράπεζας. Επικοινωνήσαμε με τον Δ. Καψάλη και τον Δ. Σταθακόπουλο, όχι για να κάνουμε μια επετειακή αναδρομή, όσο για να αναδείξουμε τη σημασία της επιβίωσης του θεσμού στο σημερινό περιβάλλον των πολλαπλών κρίσεων που συμπαρασύρουν θέματα γλώσσας και ανθρωπιστικών σπουδών. Τι σημαίνει να βραβεύεται ένα βιβλίο που αφορά την Ελλάδα, με οποιοδήποτε περιεχόμενο, γραμμένο στα αγγλικά. «Ο κύριος όγκος είναι πανεπιστημιακής προελεύσεως. Ορισμένα είναι ειδικευμένα, άλλα απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό. Η επιτροπή τείνει να προτιμάει βιβλία που απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό», διευκρινίζει ο κ. Καψάλης. Και συνεχίζει: «Εχω συγχρωτιστεί αυτά τα χρόνια με ανθρώπους που μελετούν και αγαπούν την Ελλάδα. Οι περισσότεροι βλέπουν τη σύγχρονη Ελλάδα με τη συμπάθεια του πάλαι ποτέ φιλελληνισμού, που, χωρίς τις αφέλειες εκείνου, εξακολουθεί να έχει πολύ ισχυρή βάση. Οταν βλέπουν την Εθνική Τράπεζα να έρχεται και να βραβεύει μελετητές, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Αγγλοι και Αμερικανοί, γιατί ασχολούνται με την Ελλάδα, κερδίζουμε όλοι. Είναι η προβολή μιας Ελλάδας επιστημόνων και διανοουμένων. Αυτό είναι το βασικό».

«Θα υπάρξουν επιπτώσεις και ποιες αν το βραβείο καταργηθεί;», ρωτάμε τον κ. Καψάλη: «Θα είναι ένα ακόμη αρνητικό στα πολλά που συσσωρεύονται τα τελευταία χρόνια. Μία ακόμη υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, τη δημιουργική Ελλάδα. Ούτε τη φαντασιακή, ούτε του τσαμπουκά και του εξυπνακισμού. Μια σοβαρή επιστημονική κοινότητα με ανθρώπους που διαβάζουν και ασχολούνται με τα γράμματα. Μέσα από το βραβείο καλλιεργείται ένα είδος αγγλοσαξονικής φιλίας που αφορά και τους Αμερικανούς και τους Αυστραλούς, έναν ολόκληρο κόσμο που έχει δεσμούς με την ιδέα της Ελλάδας και τις αξίες του ελληνισμού. Υπάρχουν ερείσματα ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη Ελλάδα, την ιστορία της, τη γλώσσα της… Εχουμε λαμπρούς νέους επιστήμονες στα βρετανικά πανεπιστήμια, που ασχολούνται με την αρχαία και τη νεότερη Ελλάδα. Το βραβείο είναι μία όψη μιας βαθύτερης συνάφειας, ένας ολόκληρος κόσμος με πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς, που κρατάνε από τον ρομαντισμό και εδραιώνονται την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η φιλολογία είναι διεθνής επιστήμη, η κλασική φιλολογία ακόμη περισσότερο: ένας κοινός τόπος όπου συναντώνται οι Ελληνες φιλόλογοι, αρχαιολόγοι κ.ά. με τους συναδέλφους τους στην Αγγλία. Ολο αυτό το φάσμα αντιπροσωπεύεται μέσα στο βραβείο. Εάν το εκλάβουμε ως σύμπτωμα, είναι μία ακόμη υποχώρηση απ’ ό,τι έχει φτιαχτεί εδώ και δύο αιώνες ελληνοβρετανικών σχέσεων».

«Το βραβείο Ράνσιμαν δεν είναι πυροτέχνημα»

Με τον Διονύση Σταθακόπουλο (αναπληρωτή καθηγητή Βυζαντινών Σπουδών στο King’s College του Λονδίνου), κάναμε μια μακρά τηλεφωνική συζήτηση, την οποία συνοψίζουμε σε ένα συνεχές κείμενο, χωρίς παρεμβολές:

«Οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν εξαργυρώνονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία. Δεν υπάρχει πια ανεξάρτητο τμήμα νεοελληνικών και βυζαντινών σπουδών στο King’s College. Τα γνωστικά αυτά αντικείμενα έχουν ενταχθεί στα τμήματα Κλασικών σπουδών και Ιστορίας. Το αντικείμενο επιζεί αλλά οι συνθήκες μας ωθούν να είμαστε περισσότερο εξωστρεφείς, να επικοινωνούμε και με το ευρύτερο κοινό. Το αντικείμενο δεν είναι ορφανό, δεν είναι όμως και αυτονόητο. Ενα βραβείο όπως αυτό του “Ράνσιμαν” είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί εντάσσει τον ελληνικό πολιτισμό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, με έναν τρόπο εξωστρεφή και γενναιόδωρο. Ενα βραβείο που αναγνωρίζει τον συγγραφέα εκείνον, ο οποίος έχει ασχοληθεί σοβαρά με ένα ζήτημα. Δεν βραβεύει οπωσδήποτε το βιβλίο με τη μεγαλύτερη ακαδημαϊκή επιτυχία, αλλά έργα που μπορούν να επικοινωνήσουν με ευρύτερο κοινό, που προσπαθούν με σοβαρό αλλά και πρωτότυπο, ζωντανό τρόπο να εξηγήσουν πολύπλοκα ζητήματα. Υπάρχουν αρκετά μπεστ σέλερ που αναφέρονται στον Σωκράτη, στους Πελοποννησιακούς ή Περσικούς πολέμους. Μέσα από παρόμοια θεματολογία παρακινούνται κάποιοι να ταξιδέψουν στην Ελλάδα, να επισκεφτούν τους χώρους στους οποίους αναφέρονται τα βιβλία. Δημιουργείται έτσι ένα ρεύμα· δημιουργείται συνάφεια, συμπάθεια. Το βραβείο Ράνσιμαν έχει μεγάλη πορεία. Δεν είναι πυροτέχνημα.

Η συνέχεια έχει προσδώσει κύρος στον θεσμό. Εχει εδραιώσει την αίσθηση του αξιόπιστου, του αξιόλογου, του σοβαρού. Πολύ σημαντικά και τα τρία για την προβολή ενός αντικειμένου. Από όσα συνθέτουν την προς τα έξω εικόνα της Ελλάδας, το βραβείο Ράνσιμαν κάνει τη διαφορά».

Ποιος ήταν ο Σερ Ράνσιμαν

Προσωπικότητα ξεχωριστή του εικοστού αιώνα, ένας πραγματικός ευπατρίδης της αγγλικής ιστοριογραφίας. Γεννήθηκε Ιούλιο του 1903, πέθανε Νοέμβριο του 2000. Σπούδασε στο Eton και στο Trinity College του Cambridge. Δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, καθώς και στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης από το 1942 έως το 1945, Βυζαντινή Ιστορία και Τέχνη. Υπηρέτησε επίσης σε αρκετές διπλωματικές θέσεις. Ηταν φίλος του Γιώργου Σεφέρη, του Αγγελου Σικελιανού, της Τζίνας Μπαχάουερ και του Τάκη Χορν, φίλος της Ελλάδας, της Μονεμβασιάς που πρωτοείδε το 1924 και της Αθήνας την οποία επισκεπτόταν ανελλιπώς από το 1927, εκτός από την περίοδο της δικτατορίας. Πολυγραφότατος, ανέσυρε το Βυζάντιο από την ερευνητική αφάνεια, το έκανε μέρος της ιστορικής αυτογνωσίας της Ευρώπης.

Η φετινή short list για το βραβείο Ράνσιμαν

• «Οι άλλοι γιοι της Κλειούς: Βήρωσσος και Μανέθων» του John Dillery (University of Michigan Press)
• «Οι πρωθυπουργοί στην Ελλάδα – Το παράδοξο της εξουσίας» των Kevin Featherstone και Δημήτρη Παπαδημητρίου (Oxford University Press)
• «Αγροτική ζωή και τοπία στο ύστερο Βυζάντιο» της Sharon E J Gerstel (Cambridge University Press)
• «Η Ιστορία των Ελλήνων του Εδιμβούργου, 1453-1768. Η Οθωμανική περίοδος» της Molly Greene (Edinburgh University Press)
• «Πολεμώντας τους θεούς. Η αθεΐα στην αρχαιότητα» του Tim Whitmarsh (Alfred A Knopf, US, Faber, UK)