ΒΙΒΛΙΟ

Το υπέρμετρα απάνθρωπο

to-ypermetra-apanthropo-2163631

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ
Ολα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 246

Τ​​ο πρώτο πεζό του βιβλίου, ένα αφήγημα αριστοτεχνικό, σκηνογραφεί με φρικώδεις φωτοσκιάσεις την γκραν-γκινιόλ σκοτεινιά στα πεζά της Μαρίας Κουγιουμτζή. Σε έναν βάλτο, όπου χωνεύονται τα κόκαλα κάθε λογής πεσόντων, ανθρώπινες ζωές παραδίδονται στην αποσύνθεση της απανθρωποποίησης. Αυτό το τέναγος, σκιασμένο από μια τεφρώδη καταχνιά και πηχτό από το αίμα ενός ασύλληπτου μακελειού, σερνόταν πάνω στα πρόσωπα των επιζώντων σαν «μαύρη γλώσσα», που «έγλειφε τα άσπρα δόντια μιας προσευχής που ωρυόταν. Αυτή η μαύρη γλώσσα τα δοκίμαζε όλα κι ύστερα τα έφτυνε με αποστροφή. Κάτι το ανώνυμο, το ανορθόγραφο, χωρίς φως, σάλευε μέσα σ’ αυτό το βούρκο· το μυαλό σου».

Οι εφιάλτες που αναχαράζουν οι άσωτες φρένες των ηρώων, αποκαλύπτουν την ασχήμια της εξαχρείωσης και την ίδια στιγμή την οδύνη μιας αμετάκλητης ταπείνωσης. Οι μορφές τους αναδύονται μέσα στο μισόφωτο απόκοσμων, σχεδόν ταφικών, χώρων, κατασπαραγμένες από την αποτυχία της συνείδησης. Παρακολουθώντας το άγριο σακάτεμά τους, η συγγραφέας διερωτάται για το «υπέρμετρα ανήθικο», για την κατατρόπωση της ανθρωπιάς από την εγγενή της κακότητα. Οι αφηγητές εγκαταβιώνουν σε τοπία εγκατεσπαρμένα με μνήματα, σκεπασμένα από τη σκόνη της λήθης. Ωστόσο, οι νεκροί συνυπάρχουν μαζί τους, συνεχίζουν να ατενίζουν πάνω από τον ώμο τους τον παροξυσμό του αίματος. Οπως λέει ο πατέρας στον «Βάλτο», δεν είχε σημασία που η κόρη του είχε πεθάνει. Εκείνη διαρκώς περπατούσε μέσα στις κάμαρες. «Μυρίζω το χώμα στα μαλλιά της. Κι όμως, την είχα πελεκήσει με τα ίδια μου τα χέρια την κάσα που την είχα βάλει. Εχει σταυρό το μνήμα της, τι θέλει εδώ μέσα και τριγυρνάει;».

Οι νεκροί αρνούνται το χώμα για να υψώσουν ένα τιμωρητικό δάχτυλο στο μέτωπο των ζώντων. Η μικρή Εβραία του ομότιτλου πεζού μπήκε στο τρένο, όχι όμως προτού αφήσει, στίγμα ανεξάλειπτο, τη δαχτυλιά της στο μέτωπο του καταδότη της. Με το δάχτυλό της σφράγισε για πάντα το πατρογονικό άγος, το άχθος των επιγόνων. Οι τελευταίοι βηματίζουν πάνω σε χορταριασμένους τάφους περιμένοντας τη νέμεση να τους θάψει κι εκείνους. Μια γυναίκα, φυλακισμένη σε ένα δωμάτιο τιμωρίας εξαιτίας όλων όσα αμέλησε να πράξει, λαχταρά την απόδραση, αλλά δεν την αποτολμά, γιατί τη σταματούσε «η απέχθεια για ό,τι βρισκόταν έξω». Εξω άραχλες φιγούρες, βγαλμένες «σαν μαύρες φωτιές» από τα έγκατα της φρίκης, γκρέμιζαν τους τάφους τους και γκρεμίζονταν ξανά σε αβυσσαία βάραθρα.
Δεξιοτέχνις στη ζοφώδη εικονοποιία, η Κουγιουμτζή σε άλλα πεζά μεταφέρει το βλέμμα της σε οικογενείς κατακόμβες και συγκεκριμένα σε αποδεκατισμένους του ερωτικού ναρκοπέδιου. Οπως τα διηγήματα που εικονογραφούν λοξά την εγκληματικότητα της Ιστορίας, έτσι και η εν οίκω βία καταδεικνύει τους αποτρόπαιους θριάμβους του κακού. Συγκλονίζουν τα διηγήματα «Με τη φωνή του» (για την απίθανη επινοητικότητα του πληγωμένου στην πρόκληση πόνου), «Νίνα» (για τον σπαραγμό της προσμονής που ικετεύει ένα γλυκό γέλασμα),

«Μακάρι να μην του έμοιαζες» (για το δηλητήριο που μαραίνει τις αξόδευτες δωρεές ενός προδομένου κορμιού) και «Ερωτικό αδιέξοδο» (για τις αβάσταχτες παρανοήσεις της ερωτικής επιθυμίας).

Είναι αναμενόμενο πως σε μια συλλογή τριάντα δύο διηγημάτων, αρκετά εξ αυτών πλεονάζουν. Αμέσως, όμως, σκέφτομαι πως η συγγραφική δεξιοσύνη της Κουγιουμτζή αντέχει ακόμα και τις αποτυχίες της. Πόσο μάλλον που οδηγημένο από τον μίτο του τίτλου, το βιβλίο της εγείρει το υπερχρονικό ζήτημα της ηθικής, μέτρο της δικαίωσης κάθε ανθρώπινου βίου. Οι σπαρασσόμενοι ήρωές της αντιμετριούνται με τη δυνατότητα και τη δύναμη του καλού, διακαή διακυβεύματα σε έναν στρεβλό κόσμο. Η συγγραφέας τούς υποχρεώνει να αναλογιστούν πόσο τρομακτικό είναι τελικά αυτό που μπορεί να κάνει ο ένας στον άλλο, πόσο δύσκολο είναι να αντισταθούν στο αμείλικτο μέσα τους και πόσο αδήριτη παραμένει η προσπάθεια, η πιο ανεξίκακη από τις μάχες, να πονούν όσο το δυνατόν λιγότερο τον άνθρωπο, τον εαυτό τους και τον ξένο, που πάντα είναι το ίδιο.