ΒΙΒΛΙΟ

Λέξεις με τεντωμένα νεύρα

lexeis-me-tentomena-neyra-2175709

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ
Τραμπάλα
εκδ. Μελάνι, σελ. 112

Ε​​νας νεαρός άντρας με μια θηλιά στον λαιμό αναλογίζεται τον φαύλο κύκλο της ζωής του. Η «τρίχινη γραβάτα» του τον στραγγαλίζει, σφίγγοντάς τον «ζεστά και άγρια», ενόσω στο μυαλό του περιδινούνται χρόνιες επαναλήψεις αποτυχίας και απόγνωσης, στιγμές εξάντλησης, αποθάρρυνσης και θυμού, άθραυστης μοναξιάς, φρούδες χειρονομίες, προορισμένες εξαρχής να διαψευστούν, φαρμακευτικές ευτυχίες, φυλακισμένες «σε ατρακτοειδείς σχηματισμούς των 30 μιλιγκράμ». Ωστόσο, λίγο πριν πεθάνει, ένα «τελευταίο ηλεκτρικό ερέθισμα» διαπερνά τους νευρώνες του εγκεφάλου του και τότε μόλις συνειδητοποιεί ότι «τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά». Η «Τραμπάλα» δεν είναι το καλύτερο διήγημα του βιβλίου, είναι, ωστόσο, αντιπροσωπευτικό της ψυχοσύστασης των πεζών στο σύνολό τους.

Οπως στην εκρηκτική «Λάσπη», το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου, και πάλι οι λέξεις του ωρύονται και σπαράζουν, λυσσομανούν από οργή, βοούν διαπεραστικά, έξαλλες και εξημμένες ξύνουν ανεπούλωτες πληγές, χαραγμένες κατάσαρκα από τη βία ενός ανημέρευτου παρελθόντος, ικετεύουν λυγμικά για την καταλλαγή της μνήμης. Η γραφή του Γκέζου μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς στα πρόθυρα της ανάφλεξης. Στις πιο δυνατές στιγμές της αγγίζει εκπληκτικές κορυφώσεις, καθηλώνοντας με την αγριότητα της παραφοράς της. Ενα δεσπόζον στοιχείο που ενισχύει την έντασή της, είναι επίσης η πηγαία, σχεδόν ακατέργαστη, ειλικρίνειά της. Ακόμα και όταν η γλώσσα παραφέρεται παραμένοντας λογοτεχνική, εντέχνως πεποιημένη, τη διατρέχουν ατόφια, ωμά, γυμνά σαν καλώδια συναισθήματα. Το πάθος των λέξεων συχνά κατισχύει της προσποίησης που απαιτεί η μυθοπλασία.

Για παράδειγμα, στα διηγήματα «Η μύγα», «Ο μόνος πόνος» και «Καρδιές για φάγωμα» διακρίνεται σαφώς το αποτύπωμα ενός αδυσώπητου, ανεξάλειπτου βιώματος, το οποίο αντιστέκεται στη λογοτεχνική του μετάπλαση, και αυτή η αναμέτρηση μνήμης και γραφής ξεσπά σε σφοδρές γλωσσικές εκρήξεις. Ο μόνος πόνος είναι ο φόβος, ουρλιάζει ο αφηγητής στον ψυχοθεραπευτή του στο ομότιτλο διήγημα. Ράκος από την αϋπνία, λαχταρά μερικά δευτερόλεπτα ύπνου για να ανακουφίσει τον πόνο, τις σκέψεις και τις αναμνήσεις, αλλά την ίδια στιγμή φοβάται μήπως ο ύπνος γίνει θάνατος και έτσι στερηθεί τη μοναδική ευκαιρία που θα είχε ποτέ να ξυπνήσει σε μια όμορφη μέρα. Αγρυπνος, κατάκοπος και εξαγριωμένος περιφέρεται σε μια ερεβώδη Αθήνα και ο αφηγητής στη «Μύγα». Το σκοτάδι πύκνωνε γύρω του και μετά ξημέρωνε και μετά «η μέρα άλλαζε δέρμα και γινόταν σιγά σιγά νύχτα, πάντα με το ίδιο κρέας και τα ίδια γερασμένα σωθικά». Παλινδρομώντας παραισθητικά ανάμεσα στον επιθετικό ορυμαγδό της πόλης και τη θανατερή άπνοια του χωριού, ο νεαρός άντρας των πεζών εφευρίσκει αντιπερισπασμούς για να αποπροσανατολίσει τη μνήμη από την τωρινή του ζωή. «Μερικές φορές όμως ο αποπροσανατολισμός ξεχείλιζε, έσπαζε το φράγμα και ξεχυνόταν ορμητικός, σαρώνοντας».

Εξαιρετικά τα πεζά «Το δώρο» και «Σκαντζόχοιρος», όπου ο ψυχικός σπαραγμός αποτυπώνεται μέσα από έναν ακραίο, αποτρόπαιο σωματικό χαλασμό, αλλά το σημαντικότερο διήγημα του βιβλίου είναι το «Κλεμμένο λουλούδι». Εδώ η τονικότητα της γλώσσας ακούγεται σχεδόν υπόκωφα και γι’ αυτό η αντήχησή της διαχέεται σπαρακτική, ανατριχιαστική. Ενας άντρας θρηνεί τον χαμό του γιου του λατρεύοντας τη γλάστρα, όπου άνθισε το χώμα του μνήματός του. Αγγίζοντας τα λουλούδια της γάντζωνε τα νύχια του στο πάτωμα, βαθιά στο ξύλο, φροντίζοντας να μαζεύει τα πόδια του «μακριά απ’ τον γκρεμό». Το πένθος του ήταν ενδοστρεφές, δεν απευθυνόταν στον νεκρό, αλλά στον εαυτό του. Ο άωρος θάνατος σκότωσε κάθε καλύτερη ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει ο γιος του εξ ονόματός του.

Η γραφή του Γκέζου διαθέτει αναντίρρητα και δύναμη και νόημα και τέχνη. Παρά την έκδηλη ποιητικότητά της, την κυριαρχεί η σκληρότητα, ένα μίσος που παλεύει να μετονομαστεί σε συγκίνηση. Εχω τη γνώμη πως το λογοτεχνικό της μέλλον θα κριθεί από τον βαθμό αποκρυστάλλωσης του ηφαιστειώδους συναισθήματος σε στέρεο, πυκνό, στιλπνό λόγο. Με άλλα λόγια, πιστεύω πως ο Γκέζος καλό θα ήταν να κατεβάσει τους τόνους.