ΒΙΒΛΙΟ

Το κασκόλ της Ιόλης και άλλα πολλά…

to-kaskol-tis-iolis-kai-alla-polla-amp-8230-2181567

Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη η νέα συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου με τον τίτλο «Θάμπωσε ο νους». Σήμερα, με την προδημοσίευση του διηγήματος «Το κασκόλ της Ιόλης» παίρνουμε μια μικρή γεύση από το νέο βιβλίο του καταξιωμένου πεζογράφου μας.

«Αν δεν κάνεις στην φυλακή δεν μαθαίνεις τίποτα απ’ την ζωή» άρχισε την αφήγησή του. «Τότε μας είχαν μεταφέρει σε αγροτικές φυλακές μαζί με ποινικούς. Ενας τους είχε δυο παντελόνια κι ένα σακάκι. Κάθε βράδυ σιδέρωνε το ένα παντελόνι κάτω απ’ το στρώμα. Μέρα πάρα μέρα άλλαζε παντελόνι, κάθε χάραμα έβαζε κάποιο χαμολούλουδο στο πέτο και έμπαινε στον θάλαμο αμίλητος, χαμογελαστός. Κάθε φορά τα ρούχα του έμοιαζαν καινούρια. Περιμέναμε πώς και πώς την πρωινή του εμφάνιση. Οποτε θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο ταξιδεύω σε τόπους που τις ποτίζουν φωτεινές βροχούλες».

Χωρίς τα απλά ρούχα του που ένα τίποτα, ένα ξερόχορτο τους έδινε λάμψη, το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου θα έχανε πολύ απ’ τη θέλξη του. Το ακριβό ντύσιμο προκαλεί κάποιον τρόμο και περιφρόνηση ιδίως αν είναι καλόγουστο. Οταν μάλιστα συνοδεύεται από αλαζονική κίνηση –λόγω φυσικής ομορφιάς– προκαλεί απέχθεια. Και απογοήτευση όταν τονίζεται το ωραίο μέρος του σώματος. Βέβαια συγχρόνως είναι ενθαρρυντικό. «Κοίταξε εμένα; Ψηλά το κεφάλι».

Αυτά είναι φανερά ακόμα και σε ορισμένους ιερωμένους με πανάκριβα και άκρως καλαίσθητα ράσα. Νιώθεις όμως καλά με τον ανεπιτήδευτο ιερέα και θαλπωρή με τον λιτό μοναχό. Ισως γι’ αυτό μου άρεσε η φράση ότι καλό ντύσιμο είναι αυτό που ξεχνάς. Και ας μη διακινδυνεύσω παραλληλισμό με τη λογοτεχνία αν και θα το ήθελα. Στον τρόπο αυτόν και μάλιστα με πονετικό τρόπο –σαν σιτιστή βροχή– ήταν οι οικοδόμοι στην πατρίδα μου κατά τη δεκαετία του ’70.

Κανένα παιδί δεν ονειρεύεται αίγλη και πολυτελή ενδύματα. Κανένα δεν ενδιαφέρεται πώς το ντύνει η μάνα του. Και –εν παρόδω– μάλλον δυσανασχετούν με την προσήλωση των ενηλίκων.

Απροσμένως ένιωσα οικεία και με έναν καθηγητή σε σχολείο όπου βρέθηκα προσκεκλημένος. Φορούσε πολύ πλατειά πράσινη γραββάτα –σαν μικρό λιβάδι– σακάκι, γιλέκο και παντελόνι με έντονα και παράταιρα χρώματα. Η γραββάτα στο ορατό μέρος είχε ένα μαύρο πρόβατο. Ηταν αλέγκρος, πειραχτήρι και αυτοσαρκαζόμενος. Πήγαινε κόντρα στη συνήθη καλαισθησία και όμως ήταν καλαίσθητος. Μάλλον το πρόσωπό του και –όσο και να φαίνεται παράδοξο– κάποια φυγόκεντρη τάση του υποστήριζαν τα ρούχα του. Οταν ξεκούμπωσε το γιλέκο είδαμε ότι η γραββάτα είχε άσπρα πρόβατα.

Αλλά και εκείνος που δεν νοιάζεται καθόλου πώς θα φαίνεται δεν μας ξεκουράζει, δεν μας απαλλάσσει απ’ το άγχος πώς φαινόμαστε εμείς; Σαν τα αλητάκια –άρρενα και θήλεα– που καταλύουν έλεγχο και φόβο.

Η αμέλεια δε που πηγάζει απ’ τα βάρη της ζωής ή τη γεροντική παραίτηση είναι συγκινητική.

Αλλά και οι εκκεντρικοί δεν μας προσφέρουν θέατρο, διαφυγή, παραμυθία και μάλιστα χωρίς την επιβολή του καλαίσθητου; Ισως βέβαια η μούρλα τους να είναι βαθύτερη αλλά ας σταματήσουμε εδώ γιατί δεν βρίσκουμε άκρη.

Ας κάνουμε μνεία και σ’ αυτούς που φορούν ανοιχτόχρωμα, χρωματιστά ρούχα. Εχουν κάτι απ’ το γούστο των παιδιών και η πρόθεσή τους –αν υπάρχει– είναι κυρίως η αναλαφρότητα και η φιλελευθερία. Βέβαια ο έρωτας ευνοεί τους μουντρούχαλους αλλά ευτυχώς αδιαφορούν.

Ακόμα κι απ’ τη στρατιωτική ομοιομορφία μπορεί να πηγάσει η ομορφιά, το χάζι. Ποιος δεν θυμάται –απ’ όσους τα πρόλαβαν– τα ναυτάκια στην Ομόνοια και στα πέριξ; Και ποιος δεν μένει έκθαμβος στην πανηγυρική αλλαγή φρουράς κάθε Κυριακή στον Αγνωστο Στρατιώτη;

Και η απλή μαθητική ομοιομορφία παλαιότερα αναδείκνυε το πρόσωπο και δημιουργούσε ηρεμία. Μάλλον όμως το καπέλο στα αγόρια με την κουκουβάγια στον γείσο ήταν κακόγουστο. Αν και μερικοί τύποι –ελάχιστοι, και όχι κατ’ ανάγκην οι όμορφοι– το υποστήριζαν.

Μάλλον όμως το άσχημο καπέλο των αγοριών ενίσχυε τα κορίτσια. Ισως δε σήμερα η βοούσα ελευθερία των παιδιών μειώνει την εσωτερική τους ελευθερία. Και τα επιτηδευμένα ονόματά τους –ηχηρή ενδυμασία– εντείνουν την ανησυχία τους.

Αλλά και ευτυχώς που πάντα θα υπάρχουν οι πρωτοποριακοί ενδυματολογικοί θύλακες όπως αυτός που είδα στο Βερολίνο. Κατά τη νέα μόδα οι νεαρές λεσβίες κουρεύουν τελείως το κεφάλι τους. Τα πρόσωπά τους αξιοπαρατήρητα, σαν διαστημικά. Χωρίς όμως κι εκείνον τον παράξενο ρουχισμό η μισή αν όχι όλη η προσωπική τους γοητεία θα χανόταν. Πώς θα είναι άραγε αυτά τα κορίτσια σε χίλια χρόνια;

Σε μια παρέα υπερήλικων κολυμβητών, τα γυμνά σώματα έκαναν μικρότερη προσπάθεια να αναδείξουν την ιδιοτυπία τους. Ισως γιατί ο χρόνος ενέδυσε κατά κάποιον τρόπο τα πρόσωπά τους. Η σήμανση των σωμάτων και κυρίως των προσώπων σταδιακά σβήνει προς τις νεότερες ηλικίες. Στα δε παιδιά χάνεται κάθε ενδιαφέρον. Για αντιστάθμισμα όλα τα παιδιά είναι μ’ έναν τρόπο όμορφα και βέβαια όλο και θα δεις κανένα αλλόκοτο μουτράκι. Ενας εκ των ηλικιωμένων είχε χαρισματικό πρόσωπο αλλά όταν φόρεσε βερμούδα και μπλουζάκι –παγκόσμια πλέον θερινή στολή– το πρόσωπό του ακτινοβόλησε. Φαντάζομαι να φορούσε τα χειρότευκτα, υπέροχα ρούχα, της δημώδους περιόδου. Μάλλον όμως τα ρούχα εναρμονίζονται με την εποχή τους.

Και παρ’ ότι οι ηλικιωμένοι της πλαζ φορούσαν τα ίδια λίγο-πολύ ρούχα, καθένας τους ήταν μια ξεχωριστή κατηγορία του γούστου. Η εντύπωσις μάλλον εξαρτάται απ’ την εσωτερική υποστήριξη. Ο καθείς και η σκευή του.

Η σχεδιάστρια ρούχων Ιόλη –γωνία Βουκουρεστίου και Ρώμα– εφηύρε ένα μαγικό κασκόλ. Οπως δε όλα τα αξιοθαύμαστα πράγματα είναι εξαιρετικά απλό. Στη μια άκρη του υφάσματος υπάρχει ένα κουμπί και στην άλλη μια κουμπότρυπα. Θηλύκι όπως λένε παραστατικά στο χωριό μου. Φέρνεις το κασκόλ δυο-τρεις γύρους στον λαιμό και το κουμπώνεις. Το κασκόλ της Ιόλης είναι μεταξύ της ανάγκης και της χάρης σε αντίθεση με το ανεμίζον. Η κύρια ομορφιά του προέρχεται απ’ την πρωτοτυπία, το εύρημα, δηλαδή απ’ τον νου.

Πάλι στην Ηπειρο λένε ότι ο άνθρωπος –εν γένει– δεν έχει αφαλό.