ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

O «Λουίς Μπουνιουέλ» του σινεμά τρόμου

Μία βουτιά στον παράξενο κόσμο του José Mojica Marins με αφορμή το φετινό Halloween

Ο José Mojica Marins ως Zé do Caixão: Το απόλυτο alter ego του σκηνοθέτη σημάδεψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

Μπορεί στη χώρα μας τα παιδιά να μην αλωνίζουν στις γειτονιές με τρομακτικές αμφιέσεις το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, χτυπώντας κουδούνια και θέτοντας στους οικοδεσπότες το απειλητικό δίλημμα… φάρσα ή κέρασμα, στην εποχή όμως των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της παγκοσμιοποιημένης ψυχαγωγίας του Netflix, το Halloween δεν περνάει πουθενά απαρατήρητο. Πόσο μάλλον φέτος, που η σχέση μας με κάθε λογής πλατφόρμες streaming έχει λάβει… ερωτικές διαστάσεις, λόγω των πρωτοφανών περιορισμών που έχει φέρει στις ζωές μας η πανδημία του κορωνοϊού. Επειδή όμως ο έρωτας δεν κρατάει για πάντα, δίνοντας συχνά τη θέση του στη συνήθεια και τη βαρεμάρα και καθιστώντας το διαφορετικό και το άγνωστο αναπάντεχα ελκυστικό, το φετινό Halloween ίσως ήρθε η ώρα να ανακαλύψετε κάτι πραγματικά… διαφορετικό: Τον παράξενο κόσμο του José Mojica Marins, ενός θρυλικού cult σκηνοθέτη από τα βάθη της Λατινικής Αμερικής, ο οποίος πέρασε στην αιωνιότητα λίγο προτού η πανδημία έρθει να αλλάξει τελείως την καθημερινότητα μας. Το Halloween του 2020 του ανήκει δικαιωματικά.

Cult… παρανοήσεις

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy0
Αφίσα του θρυλικού πλέον «At Midnight I’ll Take Your Soul», της ταινίας που μας εισήγαγε στον παράξενο τρομακτικό κόσμο του José Mojica Marins.

Επειδή ο όρος cult έπεσε εξαρχής στο τραπέζι, αξίζει να αποφευχθούν ορισμένες πολύ συχνές παρανοήσεις. Όταν αναφέρουμε αυτόν τον τόσο παρεξηγημένο όρο, πολύς κόσμος τον αντιλαμβάνεται ως συνώνυμο του ψυχαγωγικού «σκουπιδιού» που προκαλεί άφθονο γέλιό με την αφέλεια, την κακή ποιότητα και τη γελοία υπερβολή του, με άλλα λόγια ως συνώνυμο αυτού που ευρέως αποκαλούμε trash. Συνεπώς, ελληνικές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80, ταινίες τρόμου ανύπαρκτου προϋπολογισμού και έργα δράσης που ξεχειλίζουν τεστοστερόνη, θεωρούνται χωρίς δεύτερη σκέψη η ραχοκοκαλιά του αποκαλούμενου cult κινηματογράφου, λαμβάνοντας μία παραπλανητική ταυτότητα που τις περισσότερες φορές δεν τους αρμόζει. Αυτό δεν αναιρεί βέβαια το γεγονός πως πολλές ταινίες που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες έχουν ορθώς πάνω τους τη στάμπα του cult, για έναν τελείως όμως διαφορετικό λόγο από τον «ευτελή» χαρακτήρα τους: τις «αιρέσεις» φανατικών οπαδών που τις έχουν καταστήσει αντικείμενα λατρείας στο βάθος του χρόνου.

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy1
O José Mojica Marins με τον κινηματογραφικό θρύλο και εμβληματικό ηθοποιό του κλασικού βρετανικού (και όχι μόνο…) τρόμου, Κρίστοφερ Λι.

Όπως μία θρησκευτική αίρεση (religious cult) αποκλίνει από τη βασική θρησκευτική αρχή, ακολουθώντας πιστά τη δική της αλήθεια, έτσι και ορισμένες ταινίες που γεννιούνται εξαρχής ή περνούν σχετικά γρήγορα στο περιθώριο τόσο της mainstream όσο και της «ποιοτικής» κινηματογραφικής παραγωγής, ζουν μία νέα ζωή μετά την περίοδο της αρχικής κυκλοφορίας τους, χάρη στο κοινό που τις ανακαλύπτει εκ νέου και τις λατρεύει με θρησκευτική προσήλωση. Τέτοιες αιρέσεις κινηματογραφόφιλων άνθισαν κυρίως στα βιντεοκλάμπ, τις σκοτεινές αίθουσες περιθωριακών κινηματογράφων και τις μεταμεσονύχτιες προβολές της μεγάλης και της μικρής οθόνης, έχοντας ως αντικείμενο λατρείας ταινίες «προχωρημένες», προκλητικές, ενοχλητικές, εξωφρενικά κακές και «θαμμένες» τις περισσότερες φορές από τους κριτικούς και το ευρύ κοινό. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το παρεξηγημένο είδος του τρόμου αποτελεί εξαιρετικά γόνιμο πεδίο για τη δημιουργία τέτοιων σινεφιλικών αιρέσεων.

Αιρετική λατρεία ενός Βραζιλιάνου «μεσσία»

Αντικείμενο λατρείας μίας τέτοιας αίρεσης είναι και το σινεμά του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη José Mojica Marins, μίας από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις του παγκόσμιου σινεμά τρόμου και ενός δημιουργού που ο χαρακτηρισμός cult αρμόζει στο έργο του όσο σε ελάχιστους. Και πώς να μην του αρμόζει, όταν μιλάμε για μία σειρά εμπνευσμένων και πρωτότυπων ταινιών τρόμου εξαιρετικά χαμηλού προϋπολογισμού, οι οποίες βγήκαν από τα στενά κινηματογραφικά όρια της Βραζιλίας είκοσι και τριάντα χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία τους στις βραζιλιάνικες αίθουσες, για να γίνουν έκτοτε αντικείμενα λατρείας ψαγμένων «τρομολάγνων» στις χώρες που εδρεύει η «βαριά βιομηχανία» του είδους (ΗΠΑ, Ευρώπη).

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τις ταινίες του Marins να ξεχωρίσουν από τον σωρό των ταινιών Β’ διαλογής του ’60 και του ’70 και να δώσουν στον δημιουργό τους θρυλική φήμη μεταξύ των οπαδών της σκοτεινής πλευράς του φανταστικού κινηματογράφου; Η απάντηση βρίσκεται στην παρθενική απόπειρα του να ασχοληθεί με την κινηματογραφική… φρίκη, καρπός της οποίας υπήρξε η πρώτη ταινία τρόμου της πλούσιας φιλμογραφίας του και ολόκληρου του βραζιλιάνικου κινηματογράφου, το κλασικό πλέον «At Midnight I’ll Take Your Soul» από το 1964. Στην ασπρόμαυρη αυτή ταινία, ο 28χρονος τότε Marins εισάγει τον κεντρικό χαρακτήρα του μακάβριου σύμπαντος του, τον νεκροθάφτη Zé do Caixão (Coffin Joe για το τότε… αγέννητο αγγλόφωνο κοινό του), τον οποίο υποδύεται ο ίδιος, καθιστώντας τον το απόλυτο alter ego του, που θα τον ακολουθεί έκτοτε σε ολόκληρη την καριέρα του. Όσο «βέβηλο» και να ακούγεται, έχουμε να κάνουμε με μία… τραβηγμένη περίπτωση «Τσάρλι Τσάπλιν/Σαρλό», μοναδική στα χρονικά του σινεμά τρόμου.

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy2
Ο José Mojica Marins ως ο διαβολικός νεκροθάφτης Zé do Caixão.

Με κατάμαυρη μπέρτα και ημίψηλο καπέλο σαν τον κόμη Δράκουλα και μακριά κυρτά νύχια σαν κακόβουλη μάγισσα, η όψη του Coffin Joe παραπέμπει ξεκάθαρα σε ένα μεταφυσικό κακό, το οποίο όμως στην πραγματικότητα είναι απολύτως ανθρώπινο. Χωρίς ξόρκια και καταπόσεις αίματος και χωρίς καμία υπεράνθρωπη δύναμη, ο ανίερος αυτός νεκροθάφτης είναι πάραυτα ο φόβος και ο τρόμος της επαρχιακής πόλης στην οποία προσφέρει τις νεκρικές υπηρεσίες του. Αξίζει εδώ να τονίσουμε ότι βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε μία χρονική περίοδο που το σινεμά τρόμου δεν έχει ακόμη επενδύσει σημαντικά σε μη-μεταφυσικούς και απολύτως ανθρώπινους χαρακτήρες για να «παγώσει» το αίμα του κινηματογραφικού κοινού, με τρανή φυσικά εξαίρεση τον «μαμάκια» Νόρμαν Μπέιτς στο κάτι παραπάνω από κλασικό «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ (1960). 

Αποστρεφόμενος λοιπόν τα θεία, στα οποία βλέπει την πηγή της ανθρώπινης άγνοιας και αδυναμίας, και πιστεύοντας σε μία απόλυτη εγκόσμια αλήθεια χωρίς μεταφυσικές παρεκκλίσεις, ο μαυροφορεμένος γενειοφόρος αντλεί τη φοβέρα του από τη φανατική πίστη του σε ένα μοντέλο ανθρώπου απαλλαγμένου από κάθε είδους θρησκευτικής και ηθικής δέσμευσης, ενός ανθρώπου που απολαμβάνει τις υλικές απολαύσεις της ζωής στα όρια τους, περιφρονώντας τους περιορισμούς οποιουδήποτε κοινωνικού συμβολαίου και οποιουδήποτε Θεού. Το μοντέλο αυτό θέλει διακαώς να διαιωνίσει μέσω της εύρεσης της «τέλειας γυναίκας», η οποία θα του δώσει τον πολυπόθητο γιο που θα εξασφαλίσει τη συνέχεια «του αίματος του». Για να πετύχει τον παρανοϊκό σκοπό του, ο διαβολικός ήρωας δεν διστάζει να προδώσει τους φίλους του, να απαγάγει και να βιάσει υποψήφιες «νύφες», να δολοφονήσει, να βασανίσει και γενικότερα να επιδοθεί σε κάθε είδους εγκληματική πράξη εναντίον των συνανθρώπων του, αντλώντας μάλιστα ικανοποίηση από κάθε μία από αυτές. Παράλληλα με τη σαδιστική δραστηριότητα του, διατρανώνει διαρκώς δημόσια την κοσμοθεωρία του, επιδιδόμενος σε εμμονικούς μονολόγους κατά των θείων, τρώγοντας προκλητικά κρέας τη Μεγάλη Παρασκευή και χλευάζοντας τους θεοσεβούμενους συμπολίτες του για τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία τους.

Ο «Λουίς Μπουνιουέλ» του κινηματογραφικού τρόμου

Ο Marins θα ξεδιπλώσει τον χαρακτήρα του μοχθηρού ήρωα του τόσο στο ντεμπούτο του στο σινεμά τρόμου όσο και στην επίσημη συνέχεια του τρία χρόνια αργότερα («This Night I’ll Possess Your Corpse», 1967). Ωστόσο, ο Βραζιλιάνος δημιουργός δεν θα περιοριστεί σε μία επίπεδη παρουσίαση των «ανδραγαθημάτων» του νοσηρού alter ego του, όπως θα κάνουν στο μέλλον πολλές ταινίες που περιστρέφονται γύρω από διαβολικούς και παρανοϊκούς κακούς. Αντιθέτως, θα διανθίσει τα τεκταινόμενα με σουρεαλιστικές πινελιές, ανατριχιαστικά οπτικά και ηχητικά εφέ και ονειρικές σκηνές οραμάτων και παραισθήσεων, όλα με τη βοήθεια ελάχιστων χρημάτων αλλά με περίσσεια επινοητικότητα και έμπνευση.

Ενδεικτικά, ο Marins σκηνοθετεί τον άλλο του… εαυτό να βιώνει τρομακτικές παραισθησιογόνες και μεταφυσικές εμπειρίες, φέρνοντας τον πρόσωπο με πρόσωπο με όσα ο ίδιος περιφρονεί ως προϊόντα της άγνοιας του θεοσεβούμενου ποίμνιου, και δίνοντας του να καταλάβει ότι ίσως δεν έχει να κάνει απλώς με αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα των αναμετρήσεων του άπιστου νεκροθάφτη με το μεταφυσικό είναι η ανατριχιαστική συνάντηση του με μία πομπή νεκρών και η τελείως ψυχεδελική κάθοδος του στην κόλαση, η οποία δίνει ξαφνικά χρώμα σε ένα ολοκληρωτικά ασπρόμαυρο σκηνικό. Μέσω αυτών των αλλόκοτων εμπειριών του πρωταγωνιστή του, ο Marins αποδεικνύει ότι οι μηδαμινοί πόροι δεν είναι πάντα απαγορευτικοί για το όραμα ενός σκηνοθέτη του φανταστικού. Χρησιμοποιώντας απλώς… αρνητικό φιλμ στη σκηνή της νεκρικής πομπής και… ποπ κορν για τη χιονισμένη του εκδοχή του κάτω κόσμου, μας δείχνει πως φθηνά εφέ, τα οποία μπορεί να ακούγονται εξαιρετικά αστεία στην περιγραφή τους, αποδεικνύονται και με το παραπάνω οπτικά ελκυστικά στα σωστά σκηνοθετικά χέρια.

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy3
Χρησιμοποιώντας απλώς αρνητικό φιλμ, ο Marins δημιούργησε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εφέ, το οποίο παρότι σήμερα μπορεί να μοιάζει φθηνό και ευτελές, διατηρεί την ικανότητα του να «παγώνει» το αίμα («At Midnight I’ll Take Your Soul», 1964). 

Παράλληλα βέβαια με τις πιο… εκλεπτυσμένες μεταφυσικές του ανησυχίες, ο Marins «λερώνει» την οθόνη με εξαιρετικά αληθοφανείς γραφικές σκηνές βίας, καταφέρνοντας να προκαλέσει ανατριχίλες παρά το ασπρόμαυρο φιλμ και την απουσία… κόκκινης μπογιάς. Ήταν η ίδια χρονική περίοδος που ένας Αμερικανός σκηνοθέτης ονόματι Herschell Gordon Lewis, με καθαρό σκοπό το γρήγορο κέρδος, θα έριχνε στην κινηματογραφική αγορά τις πρώτες ταινίες σπλάτερ, πετώντας τόνους κόκκινου χρώματος στο πανί και δημιουργώντας την πεπατημένη για ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος. Σχεδόν εξήντα χρόνια μετά, παρότι το σινεμά αμφότερων υπήρξε πρωτοπόρο στην παραστατική και νοσηρή απεικόνιση της βίας στη μεγάλη οθόνη, το ασπρόμαυρο αίμα του πρώτου προκαλεί ακόμη ρίγη και ταραχή, ενώ το κατακόκκινο αίμα του δεύτερου… μπόλικη αηδία και άφθονο γέλιο. Για αυτό το λόγο, το «At Midnight I’ll Take Your Soul» μοιάζει να συγγενεύει περισσότερο με τη θρυλική «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» (1968) του Τζορτζ Ρομέρο παρά με το «Blood Feast» (1963) του H.G. Lewis, την πρώτη ταινία σπλάτερ στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Καθώς, όπως ο 28χρονος Marins το 1964, έτσι και ο 28χρονος Ρομέρο το 1968, θα καταφέρει να αποτυπώσει το τρομακτικό του όραμα σε (ασπρόμαυρο έστω) celluloid παρά το λιγοστό budget που διέθετε, δίνοντας στο σινεμά τρόμου μερικές από τις κορυφαίες ασπρόμαυρες ανατριχίλες της ιστορίας του.

Την ίδια στιγμή, το φόντο που ξεδιπλώνονται όλες οι κινηματογραφικές ιδέες του Marins μοιάζει να είναι παρμένο από τον κλασικό τρόμο της «χρυσής εποχής» του Χόλιγουντ (κυρίως της Universal των δεκαετιών ’30-’40) και τη μεξικάνικη περιόδο του Λουίς Μπουνιουέλ, με τρομακτικές γοτθικές κρύπτες να εντοπίζονται στα βάθη φτωχών λατινοαμερικάνικων οικισμών. Το σκηνικό αυτό σε συνδυασμό με τις σουρεαλιστικές εικόνες, τις πραγματείες πάνω στη θρησκεία και την πίστη και το «ράπισμα» στις κοινωνικές συμβάσεις, οδήγησε στο να χαρακτηριστεί ο Βραζιλιάνος δημιουργός «Λουίς Μπουνιουέλ του σινεμά τρόμου», ένας χαρακτηρισμός που παραδόξως μοιάζει εξαιρετικά εύστοχος. Πράγματι, αν κάποιος παραγωγός εξασφάλιζε στον σπουδαίο Ισπανό σκηνοθέτη έναν πενιχρό προϋπολογισμό και του ζητούσε να κάνει σε δυο τρεις μέρες μία ταινία φρίκης που θα σοκάρει το κοινό, το φιλμ που ο Μπουνιουέλ θα αναγκαζόταν να γυρίσει στο πόδι, πολύ πιθανόν να έμοιαζε βγαλμένο από το γκροτέσκο και ακατέργαστο σινεμά του Marins.  

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy4
Η σουρεαλιστική κάθοδος στην κόλαση του Marins δίνει ξαφνικά χρώμα στο κατά τ’ άλλα τελείως ασπρόμαυρο «This Night I’ll Possess Your Corpse».

Η παράδοξη αυτή σύνδεση ενός από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της έβδομης τέχνης και ενός cult σκηνοθέτη του «περιθωριακού» κινηματογράφου συνοψίζεται με έναν αδιανόητο τρόπο σε μία μεταγενέστερη ταινία του τελευταίου, το «Hellish Flesh» από το 1977. Με ξεκάθαρο σκοπό να προσφέρει στον θεατή μια σκηνή με απεριόριστο… shock value, o Marins θα μας δώσει τη δικιά του εκδοχή της θρυλικής σοκαριστικής σκηνής του «σκισίματος του ματιού» από τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» (Λουίς Μπουνιουέλ-Σαλβαντόρ Νταλί, 1927), παρουσιάζοντας αφιλτράριστη στην οθόνη μία εγχείρηση ματιού στην οποία υποβλήθηκε ο ίδιος… στην πραγματικότητα. Η σκηνή είναι τόσο ενοχλητική… στο μάτι, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει βγει από ένα υποθετικό ριμέικ της ιστορικής σουρεαλιστικής ταινίας, γυρισμένο από τον προαναφερθέντα «πατριάρχη» του σπλάτερ, Herschell Gordon Lewis. Όπως θα διαβάζαμε στο σκονισμένο εξώφυλλο κάποιας παλιάς βιντεοκασέτας του φανταστικού αυτού ριμέικ ή σε κάποια φθαρμένη παλιά αφίσα για την προώθηση του, «η ταινία περιέχει σκηνές ακατάλληλες για… καρδιακούς».

Ο «εθνικός μπαμπούλας» της Βραζιλίας

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy5
Προτού εξελιχθεί ο ίδιος σε δημοφιλή τρομακτικό οικοδεσπότη (horror host) της βραζιλιάνικης τηλεόρασης, o Marins θα αναθέσει σε ένα άλλο ανατριχιαστικό πρόσωπο να μας υποδεχτεί στον αλλόκοτο φρικιαστικό κόσμο του («At Midnight I’ll Take Your Soul», 1964).

Μέσω των δύο πρώτων μακάβριων δημιουργιών του, ο Marins θα εδραιωθεί υπό τη μορφή του Coffin Joe ως «ο εθνικός μπαμπούλας της Βραζιλίας», και θα γίνει εξαιρετικά δημοφιλής στο κινηματογραφικό κοινό του γίγαντα της Νότιας Αμερικής. Μάλιστα, ο χαρακτήρας του θα έχει τόσο μεγάλη επιτυχία που θα εξέλθει ορμητικά της κινηματογραφικής οθόνης, εισβάλοντας σε διάφορα πεδία της βραζιλιάνικης ποπ κουλτούρας, όπως τα κόμικς και η τηλεόραση. Έχοντας λοιπόν κομματιάσει ανεπανόρθωτα το κινηματογραφικό πανί του βραζιλιάνικου σινεμά με τα διαβολικά γαμψά νύχια του, ο μαύρος και άραχνος ήρωας θα βγει από την σκοτεινή αίθουσα και θα αρχίσει να επισκέπτεται σε σταθερή βάση τα σπίτια των ανυποψίαστων τηλεθεατών της βραζιλιάνικης μικρής οθόνης, περνώντας παράλληλα τον ελεύθερο χρόνο του προκαλώντας ανατριχίλες στα παιδιά τους μέσω του φθηνού χαρτιού «απαγορευμένων» εικονογραφημένων περιοδικών…

Στην παράδοση των μακάβριων οικοδεσποτών των αμερικάνικων κόμικς τρόμου και της αμερικάνικης μεταμεσονύχτιας τηλεόρασης, των εκκεντρικών και ανατριχιαστικών δηλαδή χαρακτήρων που εισήγαγαν τον αναγνώστη ή τον τηλεθεατή σε τρομακτικές εικονογραφημένες ιστορίες ή ταινίες τρόμου κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο Coffin Joe θα γίνει λοιπόν ο εθνικός «τρομοοικοδεσπότης» (horror host) της πελώριας λατινοαμερικάνικης χώρας. Από το 1967 κιόλας, ο διασημότερος νεκροθάφτης της Βραζιλίας θα λάβει και τον ρόλο του… νεκροπαρουσιαστή, καλωσορίζοντας (ή μήπως κακωσορίζοντας…;) το βραζιλιάνικο τηλεοπτικό κοινό σε μία εβδομαδιαία σειρά φρίκης και τρόμου, μέσω της οποίας θα μπαίνει πλέον τακτικά στα σπίτια και… τα μυαλά των ανθρώπων, στοιχειώνοντας τα αμφότερα ανεπανόρθωτα. Μάλιστα, ο ρόλος του τρομακτικού οικοδεσπότη πρέπει να άρεσε ιδιαιτέρως στον Marins, καθότι τον μετέφερε και στη μεγάλη οθόνη στην επόμενη ταινία του («The Strange World of Coffin Joe», 1968), στην οποία θα εμφανιστεί ως Coffin Joe μόνο για να μας εισάγει στον παράξενο κόσμο μίας ανθολογίας τρόμου και φρίκης με τρεις ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες. Ακόμη, την επόμενη χρονιά θα κυκλοφορήσει και μία σειρά κόμικς με το ίδιο όνομα στη Βραζιλία («O Estranho Mundo de Zé do Caixão» ο αυθεντικός πορτογαλικός τίτλος), στην οποία ο Λατινοαμερικάνος νεκροθάφτης θα γίνει… Φύλακας της Κρύπτης, εισάγοντας τους αναγνώστες σε μακάβριες εικονογραφημένες ιστορίες στο πνεύμα των θρυλικών κόμικς της E.C. των πρώιμων 50s («Tales from the Crypt», «The Vault of Horror», «The Haunt of Fear»). 

o-loyis-mpoynioyel-toy-sinema-tromoy6
Τα τεράστια κυρτά νύχια υπήρξαν το απόλυτο σήμα κατατεθέν του εφιαλτικού ήρωα. (Φωτ. SHUTTERSTOCK)

Ο Βραζιλιάνος δημιουργός δεν θα αφήσει ανεκμετάλλευτο το γεγονός ότι κατάφερε σχετικά γρήγορα να εξελιχθεί σε μία σταθερά του βραζιλιάνικου κόσμου του θεάματος, διευρύνοντας το καλλιτεχνικό του όραμα και μπαίνοντας σε πιο… μεταμοντέρνα μονοπάτια. Σε ταινίες όπως το «Awakening of the Beast» του 1970 και το «Hallucinations of a Deranged Mind» του 1978, ο Marins πρωταγωνιστεί διττά, υποδυόμενος τόσο τον πραγματικό του σκηνοθετικό εαυτό όσο και το φανταστικό του τρομακτικό είδωλο. Εδώ, ο βέβηλος νεκροθάφτης δεν τρομοκρατεί κάποια φτωχική κωμόπολη, ούτε ψάχνει την τέλεια «ανόθευτη» παρθένα, αλλά σκορπά τον τρόμο στο υποσυνείδητο των Βραζιλιάνων τηλεθεατών που τον έμαθαν στη μεγάλη οθόνη και πλέον τον βλέπουν εβδομαδιαίως στους τηλεοπτικούς δέκτες τους. Μέσω ονείρων και παραισθήσεων από ναρκωτικές ουσίες, ανυποψίαστοι πολίτες έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον διαβολικό γενειοφόρο, ο οποίος ενσαρκώνει τους χειρότερους εφιάλτες τους και τους οδηγεί στα όρια της απόλυτης παράνοιας.

Την ίδια στιγμή, ο Marins προσπαθεί να αντισταθμίσει την παραπάνω εφιαλτική κατάσταση που έχει προκαλέσει το alter ego του, εμφανιζόμενος παράλληλα ως… Marins και παρουσιάζοντας τον πραγματικό σκηνοθετικό εαυτό του σε τηλεοπτικά πάνελ και συνομιλίες με ψυχιάτρους, οι οποίοι προβληματίζονται για την επίδραση των ταινιών του στην βραζιλιάνικη κοινωνία. Θα μπορέσει ο ίδιος να μας πείσει ότι ο Coffin Joe κατοικεί μόνο στην οθόνη και τη φαντασία μας και δεν απειλεί στην πραγματικότητα να εισβάλλει στις ζωές μας, ξεπαστρεύοντας εμάς τους ίδιους και αρπάζοντας τις γυναίκες μας; Δείτε και αποφασίστε… Σίγουρα πάντως, τα γκροτέσκα τεράστια νύχια του μαυροφορεμένου νεκροθάφτη, τα όποια συνόδευαν τον σκηνοθέτη και στην κανονική του ζωή, καθότι ήταν τα δικά του… αληθινά νύχια, καθώς και η κατάμαυρη μπέρτα και το ημίψηλο καπέλο που αποτελούσαν τις κύριες στιλιστικές του επιλογές και εκτός… κινηματογραφικού πανιού, δεν μας βοηθούν να φτάσουμε σε ψύχραιμα συμπεράσματα…