ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Τα στούντιο διστάζουν, οι ηθοποιοί αναλαμβάνουν δράση

ta-stoyntio-distazoyn-oi-ithopoioi-analamvanoyn-drasi-2009626

Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στις φετινές υποψηφιότητες των Οσκαρ για την καλύτερη ταινία, θα διαπιστώσει τη σχεδόν πλήρη και πρωτοφανή απουσία των μεγάλων εταιρειών παραγωγής του Χόλιγουντ από τους τίτλους που φιγουράρουν εκεί. Ουσιαστικά μόνο το «Gravity» φέρει την υπογραφή ενός πραγματικού κολοσσού της κινηματογραφικής βιομηχανίας (Warner) ενώ άλλες δύο ταινίες («Ο λύκος της Γουόλ Στριτ», «12 χρόνια σκλάβος») είναι συμπαραγωγές με στούντιο τα οποία όμως έχουν αναλάβει κυρίως το πεδίο της προώθησης. Τα υπόλοιπα επτά φιλμ βασίζονται σε πολύ μικρότερες εταιρείες ή κινούνται στον χώρο του ανεξάρτητου κινηματογράφου.

Χωρίς ρίσκο

Η φετινή χρονιά αποτελεί την κορύφωση μιας τάσης η οποία επικρατεί τουλάχιστον τα τρία τελευταία χρόνια στο Χόλιγουντ και θέλει τα μεγάλα στούντιο να παίρνουν ελάχιστα έως μηδενικά ρίσκα όσον αφορά την παραγωγή ταινιών. Ετσι την τελευταία τριετία τα (πολλά) εκατομμύρια δολάρια των παραγωγών πηγαίνουν σε «ασφαλείς» επιλογές όπως οι συνέχειες παλαιότερων επιτυχιών (βλ. «Χόμπιτ») ή η αθρόα μεταφορά ηρώων κόμιξ («Thor», «Avengers», «Iron Man» κ.λπ.) στην οθόνη. Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζουν ιστορίες με κάποιο κοινωνικό ή ιστορικό ενδιαφέρον, οι οποίες όμως φροντίζουν να κινούνται αποκλειστικά σε πολιτικώς ορθά πλαίσια. Πάντως είτε πρόκειται για τον απόηχο της οικονομικής κρίσης, η οποία σίγουρα τρόμαξε και τα χολιγουντιανά στούντιο, είτε απλώς για ένα «βόλεμα» της κινηματογραφικής βιομηχανίας -προς το παρόν οι ταινίες παραμένουν εξαιρετικά προσοδοφόρες- μια τέτοια κατάσταση προκαλεί πραγματικά θλίψη. Ειδικά αν σκεφτεί κάποιος ότι τα ίδια στούντιο είχαν το θάρρος πριν από περίπου μία δεκαετία να χρηματοδοτήσουν με πολλές δεκάδες εκατομμύρια ταινίες αρκετά αντισυμβατικές, για τα δεδομένα του Χόλιγουντ πάντα, όπως το «American Beauty» (Dreamworks), το «Fight Club» (Regency) ή το «Μάτια ερμητικά κλειστά» (Warner). Τα παραπάνω βέβαια δεν σημαίνουν ότι οι άνθρωποι του αμερικανικού σινεμά έπαψαν να επιθυμούν τη δημιουργία αξιόλογων ταινιών.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται όλο και περισσότερο το φαινόμενο διάσημοι -και πλουσιοπάροχα αμειβόμενοι- σταρ να συμμετέχουν με τις δικές τους εταιρείες στην παραγωγή των πρότζεκτ που τους ενδιαφέρουν ή να παίζουν σχεδόν αφιλοκερδώς σε ταινίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μπραντ Πιτ και η εταιρεία του Plan B, η οποία την τελευταία δεκαετία έχει συμμετάσχει στην παραγωγή ταινιών όπως «Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ» , το «Δέντρο της ζωής» και το πρόσφατο «12 χρόνια σκλάβος». Παρόμοια δράση έχει αναπτύξει ο Τζορτζ Κλούνεϊ με τη Smokehouse Pictures και ο Λεονάρντο ντι Κάπριο με την Appian Way, ενώ όλο και περισσότεροι άμεσα απασχολούμενοι στην κινηματογραφική βιομηχανία (ηθοποιοί, σκηνοθέτες, executive producers) εμπλέκονται και στην παραγωγή, προκειμένου να δουν τα σχέδια που τους ενδιαφέρουν να πραγματοποιούνται.

Ωστόσο αυτή η πρωτοβουλία, παρότι εξαιρετικά αξιόλογη, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμο υποκατάστατο των μεγάλων εταιρειών. Αλλωστε η ποιοτική κάμψη των τελευταίων ετών μιλάει από μόνη της. Αντικειμενικά οι κορυφαίες ταινίες του Χόλιγουντ σπάνια μπορούν πλέον να σταθούν δίπλα στις αντίστοιχές τους ευρωπαϊκές. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι χρειάζονται απαραίτητα δεκάδες εκατομμύρια για να δημιουργηθεί ένα αξιόλογο φιλμ.

Κίνδυνος μπούμερανγκ

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι οι μεγάλες παραγωγές, όταν συνδυάζονται με πραγματικά ποιοτικό αποτέλεσμα, «τραβούν» κατά κάποιο τρόπο όλο τον κινηματογραφικό κόσμο προς τα εμπρός, καθώς θέτουν νέα όρια και στόχους για τους υπόλοιπους. Και το χρηματικό όφελος όμως -επειδή εκεί προφανώς είναι το ζήτημα- είναι εξίσου σημαντικό και πολυεπίπεδο.

Μακροπρόθεσμα η τακτική ελαχιστοποίησης του ρίσκου θα αποδειχθεί πιθανότατα μπούμερανγκ, αφού το ενδιαφέρον του κοινού (από το οποίο εξαρτώνται άμεσα τα κέρδη) αναπόφευκτα θα μειωθεί αισθητά.
Και στο τέλος της γραφής οι παραγωγοί που ανέδειξαν ονόματα όπως ο Τζον Φορντ, ο Χίτσκοκ και ο Σκορσέζε είναι κρίμα να στερούν τώρα την ευκαιρία σε νεότερους δημιουργούς να τους μιμηθούν και -γιατί όχι- να τους ξεπεράσουν.