ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η πίστη σε μια σφουγγαρίστρα

i-pisti-se-mia-sfoyggaristra-2118183

Τ​​ο μέλλον μπορεί να είναι πλασμένο από φαινομενικά φθηνά υλικά: από ένα βιβλίο και από μια κινηματογραφική ταινία. Μπορεί, δηλαδή, εκεί μέσα να κρύβονται τα ζητούμενα μιας εποχής, οι εικόνες από όσα επωάζονται. Το νέο βιβλίο του Γάλλου Μισέλ Ουελμπέκ «Η υποταγή» (Εστία) και η αμερικανική ταινία «Joy» είναι δύο τέτοιες περιπτώσεις, και τούτο παρότι η καλλιτεχνική τους αξία δεν είναι συγκρίσιμη – ο Ουελμπέκ είναι από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του καιρού μας, ενώ η ταινία του Ντέιβιντ Ράσελ είναι γυρισμένη προς μαζική τέρψη και με πολλά κλισέ. Κι όμως, αμφότερες οι ερμηνείες που επιχειρούν είναι τόσο καίριες όσο λίγες, και ταυτόχρονα αποτυπώνουν εύληπτα το πόσο διαφορετικά (συνεχίζουν να) βλέπουν τον κόσμο οι δύο όχθες του Ατλαντικού.

«Η υποταγή» αφορά, στην πραγματικότητα, το ζήτημα της απώλειας της συλλογικής πίστης στα μεγάλα προτάγματα. Οπως έχει δείξει και στα προηγούμενα μυθιστορήματά του αυτός ο αιρετικός και απόκοσμος Γάλλος, ο κυρίαρχος ευρωπαϊκός πολιτισμός της ύστερης νεωτερικότητας έχει στερήσει από το υποκείμενο όλα όσα στο παρελθόν τού προσέφεραν μια πυξίδα προσανατολισμού στον κόσμο: την πίστη, είτε στις μεγάλες θρησκείες είτε στις μεγάλες ιδεολογίες. Ο,τι απέμεινε ήταν ο γενικευμένος κυνισμός της αγοράς, ο οποίος όμως σε εποχές ανάπτυξης μπορούσε να δίνει μια (ψευδ)αίσθηση πληθώρας ατομικών επιλογών. Ο Ουελμπέκ θεωρεί ότι, στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ ένας τέτοιος κόσμος δίχως θεμέλια στην πίστη. Αποκλειστικά στον εαυτό τους μπορούν να πιστεύουν μονάχα οι ισχυροί και οι γεννημένοι νικητές, δηλαδή ελάχιστο ποσοστό της ανθρωπότητας. Οι υπόλοιποι, για να πορευτούν, χρειάζονται θρησκευτικά όπια και ιδεολογικές ουτοπίες. Γι’ αυτό και στο τελευταίο του μυθιστόρημα παρουσιάζεται μια Γαλλία ενός κοντινού μέλλοντος που έχει διχαστεί πολιτικά ανάμεσα στα δύο άκρα: στον φοβισμένο ρατσιστικό και εντέλει αντιευρωπαϊκό εθνικισμό της Μαρίν Λεπέν και στο ετερόνομο θρησκευτικό σύμπαν της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, που τελικά υποτίθεται ότι κερδίζει την προεδρία της Γαλλίας, μετατρέποντας τη χώρα, χωρίς αντίσταση, σε μια ισλαμική δημοκρατία, με τη Σορβόννη να διοικείται από προσήλυτους Γάλλους μουσουλμάνους, και με νομιμοποιημένη την πολυγαμία στους άνδρες. Το κρίσιμο σε αυτό το μυθιστόρημα, που κάνει το στομάχι του Ευρωπαίου αναγνώστη να ανακατεύεται, δεν είναι η προφητική του δύναμη. Το σημαντικό είναι εκείνο που υπαινίσσεται, και το οποίο φυσικά δεν είναι δουλειά ενός μυθιστοριογράφου να απαντήσει: όταν η πλειοψηφία των ανθρώπων νιώθουν να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, από πού θα βρουν να κρατηθούν;

Από τα ατομικά τους όνειρα, από την ελπίδα ότι η ζωή μπορεί να επιφυλάσσει χρήματα και ευτυχία ακόμη και στον τελευταίο απόκληρο, απαντάει το «Joy» – σε πλήρη αντίθεση με τον Ουελμπέκ. Η ταινία αφηγείται το πραγματικό success story της Τζόι Μανγκάνο, που από φτωχοκόριτσο μιας προβληματικής οικογένειας σε μια πολίχνη έξω από τη Νέα Υόρκη θα βρεθεί πολυεκατομμυριούχος, τη δεκαετία του ’90, χάρη στην εφεύρεση της «μαγικής σφουγγαρίστρας», την οποία θα προωθήσει σε εκατομμύρια νοικοκυριά μέσω τηλεπωλήσεων. Αν το αποδομήσουμε από τα στερεότυπά του, το αμερικάνικο όνειρο δείχνει να παραμένει η αδιαμφισβήτητη προωθητική δύναμη πίσω από τη συνεχιζόμενη επιτυχία αυτού του έθνους, ακόμη και σε καιρούς κρίσης. Μια ατομική φαντασίωση που βασίζεται στο κρυμμένο μεγαλείο του καθενός μας ξεχωριστά: και αυτό είναι η πίστη στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, με άλλα λόγια η πίστη στο επιχειρείν, στην επινόηση εκείνης της ιδέας (ίσως τόσο ποταπής όσο μια σφουγγαρίστρα) που μπορεί να σε μετατρέψει από είλωτα σε βασιλιά.

Η τέχνη λέει πάντα μία μόνο εκδοχή της αλήθειας, οι ΗΠΑ παραμένουν π.χ. μια χώρα μεγάλων ανισοτήτων. Ιδού, ωστόσο, δύο κόσμοι τόσο κοντινοί μα τόσο διχασμένοι: μια Ευρώπη, παγιδευμένη στη βαριά ιστορία των μεγάλων ιδεών της, αναζητεί τις λύσεις στο παρελθόν της. Και απέναντι, ο Νέος Κόσμος που, εξακολουθώντας να τιμά το όνομά του, κοιτάζει πάντα στο μέλλον. Κι αν είναι στις «μικρές» ιδέες που βρίσκει σήμερα ο κόσμος την ευτυχέστερη έκφρασή του;

*Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ, «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της Νέας Εστίας.