ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου

sti-chora-toy-anatellontos-ilioy-2163646

Πριν από επτά χρόνια, αποφάσισα να πάρω μια πολύ απότομη στροφή στη ζωή μου. Αποκτώντας την άδεια δικηγορίας, σταμάτησα κάθε άλλη δραστηριότητα, και έμαθα τα ιαπωνικά σε τρία χρόνια, για τον απλό λόγο πως όποτε τα άκουγα ένιωθα τρομερή ευφορία και συγκίνηση. Αυτή ήταν η δική μου διαφυγή από μια πραγματικότητα που δεν μου άρεσε και τόσο. Οταν πήρα το ανώτατο δίπλωμα γλωσσομάθειας, ήρθε η πρόταση για συνεργασία απ’ την πρεσβεία της Ιαπωνίας, συνεργασίες με τα μεγαλύτερα ιαπωνικά τηλεοπτικά δίκτυα, μεταφράσεις ιαπωνικής λογοτεχνίας, και διδασκαλία της γλώσσας στους διψασμένους για μάθηση. Ετσι, με πολύ κόπο, άγχος και περιπέτεια, κατάφερα τελικά να συνδυάσω δουλειά με όνειρο.

Η φοβία μου όμως για τα αεροπλάνα και τα μακρινά ταξίδια με εμπόδιζαν να επισκεφθώ τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, και αυτό μου στοίχιζε τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Τελικά, δεν κάθισα με σταυρωμένα χέρια. Δούλεψα παρέα με τον φόβο, και σιγά σιγά έβλεπα τη ζυγαριά να κλίνει προς το μεγάλο βήμα. Πριν από μερικούς μήνες πια, έλειπε μόνο η αφορμή. Τότε ακριβώς, ο αγαπημένος μου φίλος Αλέξανδρος Λιζάρδος πρότεινε να τον συνοδεύσω εκ μέρους της ΕΡΤ στο 29ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τόκιο. Μαζί με τον τρίτο της παρέας και σκηνοθέτη μας Παναγιώτη Γάκη, ξεκινήσαμε γεμάτοι ενθουσιασμό το πρώτο μας ταξίδι προς την Απω Ανατολή.

Στο Ροπόνγκι

Οταν ένιωσα τις πατούσες να γειώνονται στο ιαπωνικό τσιμέντο απέναντι στο κόκκινο φανάρι μιας μεγάλης διασταύρωσης του Ροπόνγκι, και το βλέμμα έπεσε, εντελώς ανυποψίαστο, στον φωτισμένο Tokyo Tower λίγα μέτρα πιο πέρα, δεν καταλάβαινα ακόμα πού βρισκόμουν.

Το Τόκιο είναι μεγάλο, λίγο μικρότερο απ’ την Πελοπόννησο, κι εγώ είχα την ευκαιρία να γυρίσω το κεντρικό του κομμάτι, μιας και το Φεστιβάλ φιλοξενείτο κατά το ήμισυ στο Ροπόνγκι, μια περιοχή γνωστή για την πλούσια εμπορική ανάπτυξη και την (ύποπτη) νυχτερινή ζωή της. Στο Ροπόνγκι Χιλς, το φιλέτο της πόλης, ανεβαίναμε καθημερινά στον πύργο Μόρι, έναν ουρανοξύστη 54 ορόφων που στεγάζει, ανάμεσα σε άλλα, μουσείο μοντέρνας τέχνης, παρατηρητήριο, γραφεία μεγάλων εταιρειών, καφετέριες, και στον 49ο το πρες ρουμ του Φεστιβάλ. Από εκεί παίρναμε τις συνεντεύξεις στους διάσημους δημιουργούς απολαμβάνοντας την πανοραμική θέα της πόλης, μέχρι που ένα απόγευμα, στο παρατηρητήριο, διακρίναμε μακριά το όρος Φούτζι να σιγοκαίγεται στο ηλιοβασίλεμα πάνω απ’ τα σύννεφα. Ηταν η προτελευταία μας ημέρα, είχα τόσο βαθιά χωθεί στο όνειρο που πια ένιωθα πως πετούσα.

Στο Ροπόνγκι Χιλς, είχαν στρώσει το κόκκινο χαλί απ’ όπου παρέλασαν πολλά αστέρια απ’ όλο τον κόσμο –με τους Ασιάτες να έρχονται πρώτοι σε αριθμό– καθώς και η επίσημη καλεσμένη του Φεστιβάλ Μέριλ Στριπ, αλλά και ο πρωθυπουργός Αμπε. Σταθήκαμε έξι ώρες πίσω από τις κάμερες ζητώντας δηλώσεις από τους καλλιτέχνες και θαυμάζοντας τις υπέροχες τουαλέτες και τα κιμονό, έβρεχε κιόλας, όμως ο κόσμος περίμενε για αυτόγραφα χωρίς παράπονο. Η υπομονή του φαν είναι μεγάλη, αλλά όταν αυτός είναι και Ιάπων, ασυναγώνιστη.

Εχοντας την ευκαιρία να κυκλοφορήσω στο κεντρικό Τόκιο χάρη στη φιλοξενία των δυο καλών μου φίλων, Γιόσι και Κιόκο, ανακάλυψα πως το πιο όμορφο κομμάτι του βρίσκεται πράγματι στο Ροπόνγκι και πως η πόλη είναι πολύ εντυπωσιακότερη το βράδυ λουσμένη στα φώτα της. Μάλιστα εκείνες τις ημέρες οι Ιάπωνες γιόρταζαν το Halloween. Οι νεότεροι κυκλοφορούσαν απ’ το πρωί μασκαρεμένοι, ενώ τα βράδια το κεντρικό σταυροδρόμι έσφυζε από ζωή, τραγούδι και σφυρίγματα Ιαπώνων… καρναβαλιστών.

Στάθηκα με το στόμα ανοιχτό μπροστά στις φωτεινές επιγραφές, στις τεράστιες οθόνες που έπαιζαν βιντεοκλίπ και διαφημίσεις, στα όμορφα τακτοποιημένα βιβλιοπωλεία, στους θαλάμους καπνιστών (απαγορεύεται να καπνίζει κανείς στον δρόμο), και καταβρόχθιζα λαίμαργα με κάθε ευκαιρία την ασυναγώνιστη ιαπωνική κουζίνα.

Οντάιμπα, η μεγάλη έκπληξη του ταξιδιού

Εκείνο που λάτρεψα περισσότερο ήταν οι γραφικοί σιντοϊστικοί και βουδιστικοί ναοί τους οποίους ανακαλύπταμε χωμένους στα στενά της πόλης, ανάμεσα στα πυκνοδομημένα χαμηλά σπιτάκια πίσω απ’ τους ουρανοξύστες.
Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ ήταν γεμάτο συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, δεξιώσεις, προβολές και πολύ δύσκολα βρισκόμασταν παντού και πάντα, κλείναμε δε καθημερινά 14 με 15 ώρες στη δουλειά, μέχρι που στο τέλος κατάλαβα, κουβεντιάζοντας με άλλους δημοσιογράφους, πως είμαστε εκείνοι που έκαναν τις λιγότερες κοπάνες. Γι’ αυτό ίσως η ανάγκη μας να δούμε το Τόκιο εκτός Φεστιβάλ παρέμεινε εν μέρει ανεκπλήρωτη. Στις δικές μου κοπάνες πρέπει να ομολογήσω δύο μέρη που ήθελα οπωσδήποτε να επισκεφθώ, τον ιστορικό ναό του αυτοκράτορα Μέιτζι, και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Τόκιο που φιλοξενούσε μια υπέροχα στημένη έκθεση του Νταλί, απ’ την οποία όταν βγήκα ένιωσα ότι βρισκόμουν σε όνειρο μέσα στο όνειρο. Και όμως, η μεγάλη έκπληξη του ταξιδιού περίμενε στην Οντάιμπα.

Η Οντάιμπα είναι ένα τεχνητό νησί στο λιμάνι του Τόκιο όπου στεγαζόταν το άλλο μισό Φεστιβάλ, και όπου θα φιλοξενηθούν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 2020.

Η τεράστια πολύχρωμη ρόδα λούνα-παρκ, το εντυπωσιακό κτίριο της τηλεόρασης Φούτζι, μια ρεπλίκα του Αγάλματος της Ελευθερίας και στο βάθος η πολύχρωμη Rainbow Bridge που συνδέει το νησί με την πόλη, ήταν η θέα μας καθώς κόβαμε βόλτες στη γέφυρα πάνω απ’ τη θάλασσα, και επειδή το σκηνικό ήταν σκηνοθετημένο με έναν τρόπο που θύμιζε πλανήτη γη ύστερα από πεντακόσια χρόνια, κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

Ο ερωδιός που πεθαίνει από έρωτα

Πήγαμε εκεί για να παρακολουθήσουμε σε πρώτη προβολή την ταινία «Snow Woman», βασισμένη στην ομότιτλη ιστορία φαντασμάτων του Λευκαδίου Χερν, ενώ μιλήσαμε με την όμορφη σκηνοθέτιδα Kiki Sugino, η οποία μας ομολόγησε τον θαυμασμό της για τον συγγραφέα αλλά και την αρχαία ελληνική τραγωδία. Και μιλώντας για αρχαία τραγωδία, λίγες ημέρες μετά, το φεστιβάλ θα μας πήγαινε βόλτα στο θέατρο Καμπούκι-ζα, εκεί όπου παρουσιάζουν πολύωρες παραστάσεις με το δικό τους αρχαίο θέατρο, το Καμπούκι.

Θυμάμαι ότι στα πόδια μου είχα το ξύλινο κουτί φαγητού που μας μοίρασαν στην είσοδο και σκουπίζοντας ένα κόκκο ρυζιού απ’ το στόμα, έβλεπα τη σκηνή να αποκαλύπτει μια γυναίκα (στην πραγματικότητα άντρα που υποδύεται τη γυναίκα, μιας και όλοι οι ρόλοι στο Καμπούκι ερμηνεύονται από άντρες) ντυμένη σε μεταξωτό κιμονό, το πρόσωπό της ολόλευκο, οι κινήσεις της αργές και λεπτές στον ρυθμό του σαμισέν, και τα φύλλα κερασιάς ασταμάτητα, νωχελικά, έκαναν τσουλήθρα στον αέρα καταλήγοντας να χαϊδεύουν το μαλακό της ρούχο. Παρακολουθώ μαγεμένη απόσπασμα από την αγαπημένη μου ιστορία ενός ερωδιού που πεθαίνει από έρωτα (Sagi Musume).

Σε κάποιον που το επισκεπτόταν πρώτη φορά, ήταν προφανές πως αν και το Φεστιβάλ φέρει τον τίτλο του Διεθνούς, το βάρος για καλή μου τύχη έπεφτε σε δύο αμιγώς ιαπωνικά στοιχεία: από τη μία υπήρχαν αρκετές προβολές κλασικού ιαπωνικού κινηματογράφου, ακόμα και βωβού· από την άλλη, τιμούσε με προβολές παλαιότερων ταινιών τους δύο σύγχρονους μεγάλους σκηνοθέτες, Σούντζι Ιγουαΐ και Μαμόρου Χοσόντα. Αγνωστοι και οι δύο στην Ελλάδα, μιας και ο ιαπωνικός κινηματογράφος δεν έχει ανάγκη –τουλάχιστον από εμπορικής πλευράς– να ταξιδέψει εκτός συνόρων, όσο θλιβερό και αν ακούγεται αυτό σ’ εμάς που τον αγαπάμε.

Μπορεί εμείς να μην ξέρουμε τόσο καλά τους δύο τιμώμενους σκηνοθέτες, η γράφουσα όμως έμαθε τη γλώσσα παρακολουθώντας τις ταινίες τους. Το τρακ αλλά και η ανάγκη να είμαι επαγγελματίας με εμπόδισαν να τους δείξω την έκταση της χαράς που τους συναντούσα, αρκούν όμως οι χαρούμενες αναμνήσεις της κουβέντας που είχα μαζί τους.

Γράφοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές, φέρνοντας στο μυαλό μου συναισθήματα, ήχους και εικόνες από το Τόκιο, αισθάνομαι πως μάλλον βρίσκομαι ακόμα εκεί, μέχρι την ημέρα που θα πρέπει να επιστρέψω στην ελληνική πραγματικότητα για να παλέψω ξανά, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά το νέο μου γυαλιστερό όπλο: ένα μεγάλο όνειρο που έγινε αλήθεια.