ΜΟΥΣΙΚΗ

«Τι μεγάλο, παράξενο ταξίδι που ήταν!»

ti-megalo-paraxeno-taxidi-poy-itan-2092495

Το τελευταίο κομμάτι, που έπαιξαν οι Grateful Dead το βράδυ της περασμένης Κυριακής στο Soldier Field του Σικάγου –στην αποχαιρετιστήρια συναυλία της μπάντας, 50 χρόνια μετά την ίδρυσή της– ήταν το «Attics of My Life». Είναι ένα τραγούδι για την ευγνωμοσύνη προς μία ψυχή, μία μούσα, ίσως ένα ακροατήριο. «Πέρασα τη ζωή μου/ αναζητώντας όλα όσα δεν έχουν ακόμα τραγουδηθεί», λέει, και καταλήγει: «Οταν δεν είχα κανένα δικό μου όνειρο/ με ονειρεύτηκες». Οι θεατές απάντησαν με χειροκροτήματα και το ρεφρέν του Μπάντι Χόλι, που είχε μοιραστεί μαζί τους το συγκρότημα λίγο νωρίτερα: «Ξέρεις, η αγάπη μας δεν θα ξεθωριάσει!». Ορισμένοι είχαν παραμείνει πιστοί θαυμαστές από τη δεκαετία του ’60, άλλοι ήταν κάτω από 20 χρόνων, πολύ νέοι για να έχουν παρακολουθήσει μία συναυλία των Grateful Dead. Kανένας τους δεν ήθελε να τελειώσει το σόου.

Το εφήμερο και το διαχρονικό πλάι πλάι – κάπως έτσι συνοψίζεται η πάντοτε παράδοξη αποστολή των Grateful Dead. Οι τρεις συναυλίες, που παρακολούθησα το Σαββατοκύριακο στο Stone Field, με τίτλο «Αντίο: Γιορτάζοντας τα 50 χρόνια των Grateful Dead», έφεραν την μπάντα ξανά στο προσκήνιο ως μία επιχείρηση ταυτόχρονα δονκιχωτική και εμπορική, με σεβασμό στην ιστορία και πάθος για το παραμύθι, προσεκτικά σχεδιασμένη και πάντα σε αναζήτηση του ευτυχούς ατυχήματος. Αυτή η σύντομης διάρκειας, οριστικά τελεσίδικη ενσάρκωση των Grateful Dead κατάφερε εν πολλοίς να φανεί αντάξια του ονόματος του συγκροτήματος με τραγούδια, που μπορούσαν να γίνουν διαισθητικά, προσγειωμένα, ιδιόρρυθμα, στοιχειωμένα, κομψά ή εκστατικά.

Οι Grateful Dead ήταν μια μπάντα που ζούσε στο παρόν: ποτέ δεν έπαιζε ένα κομμάτι με τον ίδιο τρόπο για δεύτερη φορά, επιτρέποντας στα μέλη της να αυτοσχεδιάζουν. Ταυτόχρονα, ήταν μια μπάντα με συνεχή παρουσία για 30 χρόνια, που η κάθε της εμφάνιση καταγράφηκε εμμονικά από θαυμαστές, ενώ το στυλ της αποτέλεσε πρότυπο για αμέτρητους μουσικούς.

Τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη των Grateful Dead –ο μπασίστας Phil Lesh, ο κιθαρίστας Bob Weir και οι ντράμερ Bill Kreutzmann και Mickey Hart– έβαλαν στην άκρη τις διαφωνίες τους για να γιορτάσουν μαζί τα 50ά γενέθλια της μπάντας. Στο Soldier Field είχε πραγματοποιηθεί και η τελευταία συναυλία τους πριν από τον θάνατο του Τζέρι Γκαρσία, ψυχή του συγκροτήματος, το 1995. Μετά τον θάνατό του, τα υπόλοιπα μέλη έπαψαν να χρησιμοποιούν το όνομα Grateful Dead και δημιούργησαν δικά τους σχήματα, ενώ κατά καιρούς συνεργάζονταν με άλλους μουσικούς ως Other Ones ή Τhe Dead. Με την αναβίωση του ονόματος και την επισήμανση ότι αυτές οι συναυλίες θα ήταν οι τελευταίες, έθεσαν υψηλότερους στόχους. Αντικαταστάτης του Γκαρσία ήταν ο Trey Anastasio των Phish, ο οποίος έφερε εις πέρας τη δύσκολη αποστολή του με χάρη και ενθουσιασμό. Συμμετείχαν, επίσης, οι Jeff Chimenti και Bruce Hornsby.

Η κλίμακα της διοργάνωσης ήταν τεράστια, με πλήθη άνω των 71.000 ατόμων κάθε νύχτα και ταυτόχρονη μετάδοση σε θέατρα όλης της Αμερικής, το Ιντερνετ και το ραδιόφωνο. Τα CD και τα DVD αναμένονται το φθινόπωρο. Παρότι ήταν σαφώς προσοδοφόρες –μόνο οι πωλήσεις εισιτηρίων απέφεραν στους διοργανωτές 40 εκατ. δολάρια–, οι συναυλίες δεν έμοιαζαν με «αρπαχτή». Οι μουσικοί θα μπορούσαν να είχαν επιλέξει μία λίστα με τα πιο δημοφιλή κομμάτια και να τα παίξουν από πέντε φορές το καθένα. Αντιθέτως, εξασκήθηκαν σε δεκάδες κομμάτια, όχι μόνο παλιές συναυλιακές επιτυχίες αλλά και ελάχιστα παιγμένα ή μεγάλης διάρκειας τραγούδια. Στις τρεις εμφανίσεις του, το συγκρότημα επανέλαβε μόνο δύο κομμάτια: το «Cumberland Blues» και το «Truckin’», που στην αποχαιρετιστήρια συναυλία της Κυριακής έδωσε στο κοινό την ευκαιρία να φωνάξει μία τελευταία φορά «Τι μεγάλο, παράξενο ταξίδι που ήταν!».

Η μπάντα είχε εμφανέστατα σχεδιάσει τις λίστες κομματιών κάθε βραδιάς ως μουσικές και λογοτεχνικές εξορμήσεις. Την Παρασκευή, έπαιξαν τραγούδια με αναφορές στη μουσική, όπως το «Playing in the Band» και το «The Music Never Stopped». Το Σάββατο, ανέδειξαν περήφανα την αμερικανικότητά τους με μελωδίες επηρεασμένες από την κάντρι και το ειρωνικό «U.S. Blues».

Αλλά το αμερικανικό ιδανικό των Grateful Dead είχε πάντοτε βαθύτερες ρίζες. Η μουσική τους αντλούσε έμπνευση από τις πόλεις και την επαρχία, από τα μπλουζ και τους λάτιν ρυθμούς, από την τζαζ και την αβανγκάρντ. Και οι συναυλίες τους, τότε και τώρα, ήταν απόπειρες ανόμοιων ατόμων να δημιουργήσουν κάτι μαζί σε μία συμμετοχική δημοκρατία, όπου οι επιλογές του κάθε μέλους επηρέαζαν όλους τους υπόλοιπους.

Ηταν κάτι που κατόρθωσε και η νέα σύνθεση των Grateful Dead. Τα περισσότερα τραγούδια τους έχουν ξεκάθαρη, συχνά περίπλοκη δομή. Αλλά ακόμα και σε αυτά υπήρχε χώρος για πειραματισμό, και ακόμα περισσότερο όταν οι Dead πετούσαν τον χάρτη και ακολουθούσαν τον δρόμο του ομαδικού αυτοσχεδιασμού χωρίς προκαθορισμένο προορισμό. Στα καλύτερά της, η μουσική τους ηχούσε σαν μία υγιής διαφωνία μεταξύ φίλων, μια διαφωνία που μπορούσε να πυροδοτήσει νέες ιδέες.

Ολοι μαζί, με τον χαλαρό αλλά συντονισμένο τρόπο τους, ταξίδεψαν σε απόκοσμους στοχασμούς με το «The Wheel» την Παρασκευή, σε κακόφημους πίσω δρόμους με το «West L.A. Fadeaway» το Σάββατο, στην πίκρα και την επιβεβαίωση με το «Throwing Stones» την Κυριακή. Στο λάιβ της Κυριακής κυριαρχούσαν τα τραγούδια αποχαιρετισμού, όπως το «I Know You Rider» και το «Cassidy».

Το «Αντίο» μπορεί πράγματι να ήταν η τελευταία μεγάλης κλίμακας εμπειρία των Grateful Dead, με δεκάδες χιλιάδες θαυμαστές ενδεδυμένους με τα χρώματα του ουράνιου τόξου να τραγουδούν και να χορεύουν μαζί τους. Αλλά ο αποχαιρετισμός του συγκροτήματος δεν σημαίνει ότι η μουσική τους θα εξαφανιστεί. Ο Lesh θα περιοδεύσει στις ΗΠΑ με τη δική του μπάντα αυτό το φθινόπωρο, ενώ tribute σχήματα όπως οι Dark Star Orchestra συνεχίζουν να εμφυσούν τη δική τους ενέργεια στο κληροδότημα των Dead. Οι μουσικοί αλλάζουν, αλλά η μουσική γλώσα των Grateful Dead αντέχει στον χρόνο. Η υγιής διαφωνία συνεχίζεται.