ΜΟΥΣΙΚΗ

Μισή βραδιά για τη Μαρία Κάλλας στο Ηρώδειο

misi-vradia-gia-ti-maria-kallas-sto-irodeio-2102858

Ανακουφισμένος φάνηκε μετά το διάλειμμα ο γνωστός Αμερικανοκαναδός τραγουδοποιός Ρούφους Ουέινραϊτ. Ανακουφισμένο και το κοινό. Είχε τελειώσει το εκτενές, κουραστικό έργο του με τίτλο «Πριμαντόνα», εμπνευσμένο από τη Μαρία Κάλλας, και ξεκινούσε το β΄ μέρος της συναυλίας «με γνωστά τραγούδια, κάποιες αγαπημένες μελωδίες του Μπρόντγουεϊ και λίγη όπερα». Oλα αυτά στις 15 Σεπτεμβρίου στο κατάμεστο Ηρώδειο. Μετά τη συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Κίνας, αυτή ήταν η δεύτερη βραδιά του Φεστιβάλ Αθηνών, η οποία στην ουσία πραγματοποιήθηκε «εκτός Φεστιβάλ», όχι μόνον επειδή αρχικά δεν προβλεπόταν στον προγραμματισμό, αλλά και επειδή εδώ και μία δεκαετία το επίσημο πρόγραμμα του θεσμού λήγει στα τέλη Ιουλίου. Λεπτομέρειες.

«Μια βραδιά που θα μας θυμίσει την αλησμόνητη Μαρία Κάλλας», ανέφερε το δελτίο Τύπου. Βέβαια, το γεγονός ότι η συναυλία δόθηκε μία ημέρα πριν από την επέτειο θανάτου της ντίβας αποτελούσε μάλλον ευνοϊκή σύμπτωση, καθώς η εκδήλωση απλώς ολοκλήρωνε τις εργασίες του «Athens Democracy Forum», υπό την αιγίδα του οποίου βρισκόταν. Αλλωστε, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί αφιέρωμα στην «αλησμόνητη Μαρία Κάλλας» μονάχα το πρώτο μισό μιας βραδιάς, της οποίας το προφανές «κυρίως πιάτο» ήταν το β΄ μέρος, στο οποίο ο Ουέινραϊτ ερμήνευσε τραγούδια ή παρωδίες οπερατικών αποσπασμάτων με «γκεστ» τη Νένα Βενετσάνου.

Υλικό περιοδικών

Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, ακούστηκε η «Πριμαντόνα», έργο που ο Ουέινραϊτ συνέθεσε αρχικά για τη Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης. Οταν ο οργανισμός αυτός για διάφορους λόγους αποφάσισε να μην το ανεβάσει, το έργο παρουσιάστηκε στο Μάντσεστερ το 2009, αποσπώντας μέτριες κριτικές. Και όπως το Φεστιβάλ μας προτιμά πάντοτε πρωτιές, στην Αθήνα δεν ακούστηκε ολόκληρη η όπερα του Ουέινραϊτ, αλλά μια «οπτικο-συμφωνική» συναυλιακή εκδοχή της. Συγκεκριμένα, παρουσιάστηκαν αποσπάσματα από την «Πριμαντόνα» με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Γιώργο Πέτρου και σολίστ τις υψιφώνους Τσέλια Κοστέα και Βασιλική Καραγιάννη και τον τενόρο Αντόνιο Φιγερόα. Παράλληλα, σε γιγαντοοθόνη πίσω από τη ορχήστρα προβαλλόταν φιλμ εμπνευσμένο από την τελευταία περίοδο της ζωής της Μαρίας Κάλλας, το οποίο δημιούργησε ειδικά γι’ αυτό το πρότζεκτ ο κινηματογραφιστής Φραντσέσκο Βετζόλι. Σε αυτό εμφανιζόταν σε ρόλο πριμαντόνας η γνωστή εικαστικός Σίντι Σέρμαν.

Το έργο του Ουέινραϊτ είναι εμπνευσμένο από σειρά συνεντεύξεων που είχε δώσει η Κάλλας μετά τη δύση της λαμπρής σταδιοδρομίας της. Η υπόθεση της όπερας αφορά την προσπάθεια μιας άλλοτε διάσημης ντίβας να επιστρέψει στη σκηνή και να αποδείξει πως ακόμη είναι αντάξια του μύθου της. Το όνομά της είναι Ρεζίν, Ρεγκίνα, βασίλισσα. Βασίλισσα της όπερας.

Οπως είναι φανερό, το θέμα του έργου δεν εστιάζει ούτε στην προσφορά, ούτε στην τέχνη, ούτε καν στην προσωπικότητα της Κάλλας. Ασχολείται αποκλειστικά με την περσόνα της τσακισμένης ντίβας, η οποία δεκαετίες τώρα αποτελεί υλικό περιοδικών και καταναλώνεται αδιάλειπτα από το ευρύ κοινό διεθνώς. Για πολλοστή φορά αναπαρήγαγε μια εικόνα της όπερας και της σημαντικότερης εκπροσώπου της στον 20ό αιώνα, όχι γι’ αυτό που είναι και υπήρξε, αλλά ως πεδίο προβολικής ταύτισης.

Κοινοτοπίες και στερεότυπα

Υπηρετώντας αυτή την οπτική, η ταινία αξιοποίησε συνειδητά πλήθος στερεοτύπων, παρουσιάζοντας μία ντίβα της όπερας με δήθεν βαρύτιμα θεατρικά κοστούμια και απομιμήσεις ακριβών κοσμημάτων να κινείται με χειρονομίες του βωβού. Ο φακός επανερχόταν διαρκώς με νοσταλγικό τρόπο σε φωτογραφίες και αναμνηστικά από τις «ημέρες δόξας» της Κάλλας. Ολα αυτά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, αναφορά στην παρισινή κατοικία της ντίβας. Η γαλλική γλώσσα του έργου συμπλήρωνε το στερεότυπο.

Η μουσική του Ουέινραϊτ ανέδειξε άριστα το θέμα. Γλυκερή και νοσταλγική κατά το μεγαλύτερο μέρος, μύριζε ναφθαλίνη καθώς προσπαθούσε να βρει το στίγμα της, αντλώντας από τα πιο κοινότοπα στοιχεία Αμερικανών συνθετών όπως οι Μπάρμπερ και Μενότι. Στο βάθος κρυβόταν φυσικά ο Πουτσίνι, ενώ το τσιμπολόγημα περιέλαβε πλήθος άλλων, φτάνοντας μέχρι τους μινιμαλιστές. Χωρίς πρωτοτυπία ούτε αίσθηση δομής, το πράγμα εξαντλήθηκε πολύ γρήγορα.

Σε ό,τι αφορά την ερμηνεία, η Τσέλια Κοστέα με την ωραία και μεγάλη φωνή της απέδωσε πειστικά τη Ρεζίν, ενώ η Βασιλική Καραγιάννη προσέφερε την επιθυμητή αντίστιξη με τις καθαρές, λαμπερές ψηλές της νότες. Αντίθετα, ο τενόρος με την περιορισμένης έντασης αδύναμη φωνή του δύσκολα στεκόταν δίπλα στην Κοστέα, ιδιαίτερα καθώς η Κρατική Ορχήστρα αλλά και οι φωνές ενισχύθηκαν ηλεκτρικά, χωρίς λόγο.

Αφιερώματα

Προφανώς, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιήσει κανείς σήμερα ένα αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας. Η επιλογή των ρεσιτάλ με άριες μοιάζει ξεπερασμένη και τελικά περιττή. Ξέχωρα από τη μοναδική και ανεπανάληπτη φωνή, βασική συνεισφορά της ντίβας στον κόσμο της όπερας ήταν αφενός η προσήλωσή της στην ανάδειξη λησμονημένων έργων και αφετέρου οι αντισυμβατικές ερμηνείες της, μακριά από κάθε διακοσμητική αντίληψη. Η σοβαρότητα με την οποία υπηρέτησε την τέχνη της αντανακλά στις ερμηνείες της και παραμένει το βασικό στοιχείο για το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Είναι ο λόγος για τον οποίο οι ηχογραφήσεις της παραμένουν πρώτες σε πωλήσεις μισόν αιώνα αργότερα. Κάτι που δεν συμβαίνει με κανέναν άλλο λυρικό καλλιτέχνη, από τον Καρούζο μέχρι τον Παβαρότι.

Συνεπώς, θα ήταν πολύ περισσότερο εντός θέματος, εάν το Φεστιβάλ και η Κρατική επέλεγαν να τιμήσουν την ντίβα, αναθέτοντας στον Πέτρου να διευθύνει μία λιγότερο γνωστή ή και άγνωστη όπερα, παρά να παρουσιάσουν το μελό του Ουέινραϊτ, ακολουθούμενο από συναυλία του. Βεβαίως, όπως είπαμε, δεν ήταν αυτός ο στόχος της εκδήλωσης και, επίσης, μια τέτοια πρόταση πιθανώς να μη γέμιζε το Ηρώδειο. Αλλά ποιος είναι ο ρόλος του Φεστιβάλ;