ΜΟΥΣΙΚΗ

Το έπος του Καμάσι Γουάσιγκτον

kamasion1

Δεν είναι εύκολο να φιλοσοφεί κανείς για μια τόσο άπιαστη έννοια όπως η φιλοδοξία, ειδικά όταν αυτή συνδέεται με την τζαζ. Από τα ανθεκτικά στα πραξικοπήματα της τεχνολογίας βινύλια με την πεπερασμένη διάρκεια έως τα φασκιωμένα flac σε ζιπαρισμένα αρχεία εκατοντάδων megabytes, η φιλοδοξία που χαρακτηρίζει ένα αξιοσημείωτο ή δαφνοστεφανωμένο τζαζ άλμπουμ ποτέ δεν εξαρτήθηκε από τη διάρκειά του ή τη μέγιστη χωρητικότητα του εκάστοτε κυρίαρχου μέσου αναπαραγωγής της μουσικής. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ένας τζαζ δίσκος όπως το «The Epic» του Καμάσι Γουάσιγκτον, διάρκειας 173 λεπτών και 19 δευτερολέπτων, που εκτείνεται σε τρία cd ή περισσότερα από 350MB στην πλέον άτεχνα συμπιεσμένη ηλεκτρονική μορφή του (mp3), δεν μπορεί παρά να πυροδοτεί στον πεπειραμένο ακροατή το πλήθος των καχύποπτων συνειρμών που μαγαρίζουν την πιο καλοπροαίρετη ιδέα για τη φιλοδοξία, επισυνάπτοντάς της τις γνωστές κακόφημες συγγενικές της έννοιες, την ασυδοσία και την επιδειξιομανία.

Ευτυχώς, από την πρώτη ακρόαση το «Επος» του Γουάσιγκτον διαλύει την ομίχλη που σχηματίζουν οι αβάσιμες επιφυλάξεις: ο αστείρευτος πλουραλισμός των επινοήσεων και των τεχνοτροπιών που αναμειγνύονται στον δίσκο όχι μόνο δικαιολογούν, αλλά και επιβάλλουν το μέγεθος και το εύρος της φιλοδοξίας του.

Αυτός ο φαινομενικά κουλ τύπος με το περίεργο όνομα και το θηριώδες παρουσιαστικό, που από πολύ μικρός εντάχθηκε σε συμμορίες και πιθανότατα θα είχε ακολουθήσει τη μοίρα των ακριβοπληρωμένων αστέρων της hip hop, εάν δεν είχε την τύχη να λάβει εγκαίρως στα χέρια του μια κασέτα του Αρτ Μπλέικι και να διαβάσει τη σωστή στιγμή την αυτοβιογραφία του Μάλκολμ X, δημιούργησε με το «The Epic» έναν μουσικό Βεεμώθ που αντλεί την τρομερή, σχεδόν εκφοβιστική ζωτικότητά του από τις ανεξάντλητες παραδόσεις της τζαζ, αλλά κι από τα μπλουζ, τη σόουλ, τη φανκ, ακόμη και την κλασική μουσική.

O δίσκος του ηχεί ως το ιδανικό παράγωγο του ταιριάσματος του πνεύματος και της αισθητικής του «A Love Supreme» του Τζον Κολτρέιν και των πολυπληθών συνεργασιών των «Africa/Brass sessions» του ιδίου, με τα τροπικά ηχητικά τοπία που ομορφαίνουν τα σόλο άλμπουμ του Φαρόα Σάντερς. Εκεί έρχονται να επικαθήσουν οι ηλεκτρικοί πειραματισμοί του Μάιλς Ντέιβις της εποχής του «Bitches Brew» μαζί με το μυαλωμένο fusion των Weather Report, καθώς επίσης και με τα post-bop σκέρτσα του συγχρόνου του, Τζόσουα Ρέντμαν.

Σε σχέση πάντως με την ιδέα που προσδίδει νοηματικό βάθος στο «Imaginary Cities» της Chris Potter Underground Orchestra, έναν από τους διεκδικητές του τίτλου για τον κορυφαίο τζαζ δίσκο του 2015, η ιστορία που δίνει την επίφαση αφηγηματικής συνοχής στο «The Epic» ακούγεται αφελής. Ενώ το «Imaginary Cities» αντηχεί το αμάλγαμα νοσταλγίας και φιλοσοφικού στοχασμού που συναντάμε στις «Αόρατες πόλεις» του Ιταλο Καλβίνο, με το σαξόφωνο του Κρις Πότερ να περιδιαβαίνει ονειρικές αστικές λεωφόρους και το κουαρτέτο εγχόρδων να επενδύει τις περιπλανήσεις του με την αναγκαία επεισοδιακή τραχύτητα, η «μυθοπλαστική» ιδέα που συνενώνει το φυγόκεντρο υλικό του Γουάσιγκτον καλουπώθηκε από μια σειρά ονείρων που είδε ο συνθέτης και στην οποία κεντρικό πρόσωπο υπήρξε ένας ήρωας που φυλάσσει μια πύλη από τις επιθέσεις μιας ομάδας νεαρών.

Ενας δίσκος που αποπειράται να επαναπροσδιορίσει τα όρια της τζαζ, επαναδιατυπώνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον ορισμό της. Καθώς ακούμε τον Γουάσιγκτον να βρυχάται επιδιδόμενος στα φρενήρη σόλο του με το τενόρο σαξόφωνό του, συνοδευόμενος από τη δεκαμελή μπάντα του, η οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει δύο ντράμερ, δύο μπασίστες και δύο μουσικούς στα πλήκτρα (μονάχα ο αειθαλής Ρόμπερτ Φριπ έχει οργανώσει πιο ευφάνταστο και φιλόδοξο σχήμα, προσθέτοντας και τρίτο ντράμερ στην πιο πρόσφατη αναβίωση των King Crimson) και ενίοτε πλαισιώνεται από 20-μελή χορωδία και 32-μελή ορχήστρα, κι ενώ η Πάτρις Κουίν δίνει τις απαραίτητες ανάσες με τα αισθαντικά και παιχνιδιάρικα r’n’b’ και σόουλ φωνητικά της λίγο πριν ο Γουάσιγκτον και η ομάδα του εξαπολύσουν νέες υπερηχητικές επιθέσεις, ένας νέος ορισμός για την τζαζ αρχίζει να σχηματίζεται στο μυαλό του ακροατή.

Η τζαζ, όπως την προσεγγίζει ο Γουάσιγκτον, είναι μια εκστρατεία των αισθήσεων προς την κατάκτηση απάτητων κορυφών του ασυνειδήτου. Και η σχηματική, ανεπεξέργαστη ιστορία με τον ήρωα που φυλάσσει την πύλη ίσως συμβολίζει, εξίσου σχηματικά, τόσο την εκστρατεία προς το ανέφικτο όσο και την ηδονή που αντλεί ο μουσικός από τις επιμέρους ένδοξες αποτυχίες του.

Οσο οι ειδικοί ερίζουν για την πραγματική θέση του «The Epic» στον τζαζ κανόνα των τελευταίων δεκαετιών, οι νεότερες γενιές των μουσικόφιλων, που μέχρι πρότινος διατηρούσαν σαφείς αποστάσεις από τη συγκεκριμένη μουσική, αρχίζουν δειλά δειλά να βαπτίζονται στα μυστικά της με τη βοήθεια του εν λόγω άλμπουμ.

Ενας δίσκος για όλα τα γούστα

Το «The Epic», επαινεμένο ακόμη και από τα indie/alternative έντυπα, ανήκει στην ελίτ των ελάχιστων σύγχρονων τζαζ δίσκων τους οποίους ακούει κι ο μουσικόφιλος που δεν ακούει τζαζ. Ο δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός στον Εν Λευκώ, Παναγιώτης Μένεγος, καταθέτει στην «Κ» την προσωπική του εμπειρία από την επαφή του με το «φαινόμενο Γουάσιγκτον».

«Για κάποιον, λίγο πάνω από τα τριάντα, που μεγάλωσε με την τυπική “indie” διαπαιδαγώγηση (το πανκ ήθος, ο θρήνος για τον Κομπέιν, τα αμερικανικά 90s ως “Alternative Nation” στο MTV, ο ηδονισμός του Madchester, το big beat ως προθάλαμος της dance) οι προσεγγίσεις στην τζαζ ήταν οι εξής:

α) δεκτή ως έξτρα πινελιά “αβάν-γκαρντ” σε ένα ήδη αποδεκτό/γνώριμο είδος π.χ. κανένα ξεκλείδωτο σαξόφωνο στο τέλος κάποιου πανκ εν είδει αναθυμίασης από το no wave ή ρυθμικό αναβολικό σε κάποιο house ύμνο,

β) απορριπτέα ως “σοβαροφανής” – άλλοθι των golden boys που δεν ακούνε μουσική κι αγοράζουν κουλτούρα με σηματάκι Blue Note,

γ) βαρετή ως “το τελευταίο καταφύγιο των ατάλαντων” που έλεγε και ο διάσημος αφορισμός του Τόνι Γουίλσον ή στην καλύτερη

δ) ένα ραντεβού που έμεινε αναβλητέο για το μέλλον. Εχοντας περάσει από τα τρία πρώτα, συναντώ φέτος αυτόν τον φοβερό συνομήλικο με το βιρτουόζικο τενόρο σαξόφωνο και το όνομα γυρολόγου Αμερικανού που κάνει μισθοφορική καριέρα στα ευρωπαϊκά γήπεδα μπάσκετ, να επικυρώσει το τέταρτο.

Το, όνομα και πράγμα, “The Epic” έρχεται ως πλήρης συνθηκολόγηση των κάθε λογής indie kids με την πούρα τζαζ και δίνει το σύνθημα για την οριστική διερεύνηση του ένδοξου παρελθόντος του Κολτρέιν, του Αλμπερτ Αϊλερ και των υπόλοιπων μεγαθηρίων με τα οποία συγκρίνεται αμετροεπώς και ιερόσυλα ο φοβερός Καμάσι Γουάσιγκτον».

Kamasi Washington, The Epic, (Brainfeeder, 2015)