ΜΟΥΣΙΚΗ

«Human Requiem», μια κατανυκτική ακρόαση

human-requiem-mia-katanyktiki-akroasi-2132533

Το «Human Requiem» ανήκει στις καλλιτεχνικές προτάσεις που υπερβαίνουν τις καθιερωμένες αισθητικές κατηγορίες και τις καταργούν στην πράξη δημιουργώντας νέες. Πρόκειται για ένα δρώμενο που πρωτοπαρουσίασε το 2012 στον πολυχώρο Radialsystem V του Βερολίνου ο πολυπράγμων μουσικός, φιλόσοφος, σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός επιχειρηματίας Γιόχεν Σάντιχ, μαζί με τη σύζυγό του, χορογράφο Σάσα Βαλτζ, και το πολυμελές καλλιτεχνικό επιτελείο τους. Εκτοτε περιόδευσε ανά τον κόσμο, με πρόσφατο σταθμό τον πασχαλινό κύκλο adagio του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Το πρόγραμμα το αναφέρει ως διαδραστική «χορογραφημένη» εκδοχή του έργου «Ενα γερμανικό Ρέκβιεμ» του Μπραμς, σε διασκευή του Philip Moll για σολίστ, χορωδία και πιάνο για τέσσερα χέρια. Ο τίτλος, αγγλιστί ασφαλώς, όπως ταιριάζει στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, ανάγεται στον ίδιο τον Μπραμς, ο οποίος τόνιζε τον ανθρωποκεντρικό, παρηγορητικό χαρακτήρα του έργου. Περισσότερο πάντως από χορογραφία, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το «Human Requiem» ως μια καθοδηγούμενη βιωματική-συμμετοχική ακρόαση, η οποία καταργεί την παραδοσιακή απόσταση κοινού και ερμηνευτών, αφού ο σκηνοθέτης μάς κάλεσε να ανεβούμε πάνω στη σκηνή.

Ηταν μια μικρή ανατροπή, αφού ο ακροατής βρίσκεται ξαφνικά στο «άβατο» των καλλιτεχνών. Οταν όλοι είναι έτοιμοι, τα φώτα χαμηλώνουν και επικρατεί ησυχία. Η μουσική ξεκινάει δειλά από το πιάνο και διαχέεται ομοιόμορφα στον «κλωβό» της σκηνής και από εκεί στην αίθουσα. Μέσα στο ημίφως οι προβολείς εστιάζουν επιλεκτικά στους δύο διευθυντές της χορωδίας, οι οποίοι από υπερυψωμένα σημεία διευθύνουν τους τραγουδιστές που είναι αναμεμειγμένοι με το κοινό. Σαστισμένοι ακόμα ακούμε την κάθε μία φωνή ξεχωριστά δίπλα μας και παρασυρόμαστε να ακολουθήσουμε τους τραγουδιστές συνανθρώπους μας κάτω από το φευγαλέο φως των προβολέων.

Η εμπειρία είναι μεγάλης αισθητικής ανάτασης. Οι φωνές κατ’ αρχήν είναι υπέροχες και σε κερδίζουν άμεσα με την ίδια την ομορφιά τους, ειδικά οι μαλακές καλοδουλεμένες ανδρικές φωνές, και ταυτόχρονα με την ποιότητα της ερμηνείας τους. Η γλυκύτητα, η ωριμότητα και η αρτιότητα της Χορωδίας της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου είναι από μόνη της καθηλωτική και η ελαφρωμένη συνοδεία από το πιάνο αναδεικνύει τον χαρακτήρα νεολουθηρανικού κοράλ της σύνθεσης (κοράλ = προτεσταντικός εκκλησιαστικός ύμνος στην παράδοση του Λούθηρου).

Την ίδια στιγμή οι προβολείς φωτίζουν εμφατικά συμβολικές αναπαραστάσεις στο πνεύμα των λόγων, που είναι όλοι επιλεγμένοι από την Αγία Γραφή, στο γερμανικό κείμενο.

Αν οι ίδιες οι συμβολικές χειρονομίες ήταν απλές, ο τρόπος που οι ακροατές-μύστες οδηγούνταν να τις βιώσουν ήταν σπουδαίος και η καθοδήγηση ενός απροετοίμαστου πλήθους αξιοθαύμαστα μελετημένη και αποτελεσματική. Συγκινητική ήταν και η σκηνική συμμετοχή της πολυπολιτισμικής παιδικής χορωδίας Polyphonica, που εμφανίστηκε στα λευκά για να τονίσει τον λόγο της χορωδίας «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος». Στο τέλος, περίπου όπως στην τελική φάση μιας συνεδρίας yoga, το πάτωμα καλύφθηκε από μεγάλους λευκούς καμβάδες επάνω στους οποίους ξαπλώσαμε, ενώ η χορωδία μάς τραγουδούσε «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες», σε μια καθαρτική πράξη που έμοιαζε με συμβολικό θάνατο.

Ηταν αδιαμφισβήτητα μια συνολική καλλιτεχνική εμπειρία, μια κατανυκτική μουσική ακρόαση και, κατά έναν τρόπο, μια πραγμάτωση του υπερβατικού αιτήματος που βρίσκεται στον πυρήνα του γερμανικού ρομαντισμού.