ΜΟΥΣΙΚΗ

Αψεγάδιαστη δεξιοτεχνία από τον πιανίστα Δημήτρη Κούκο

apsegadiasti-dexiotechnia-apo-ton-pianista-dimitri-koyko-2139531

Ηταν και φέτος εμπειρία αγαθή η επίσκεψη στην Ερμούπολη, πρωτεύουσα αγαπημένη, γνώριμη αλλά και αγνώριστη: από πέρυσι κάτι είναι καλύτερο. Φτάνοντας στο λιμάνι, η νέα διαμόρφωση της προκυμαίας με το στρωτό πεζοδρόμιο και τον ποδηλατόδρομο είναι η πρώτη ευχάριστη έκπληξη, ενώ το νέο δημοτικό σύστημα δανεισμού ποδηλάτων μόλις εξοπλίστηκε με δίτροχα και ετοιμάζεται να λειτουργήσει. Πλάι στις καθιερωμένες πλέον εκδηλώσεις, θέατρο, μουσική, κινηματογράφο, χορό, εικαστικά, αναμένεται με ενδιαφέρον και το Φεστιβάλ Ρεμπέτικου, αφιερωμένο στον Μάρκο Βαμβακάρη. Ακόμα και στην παραδοσιακή ζαχαροπλαστική υπάρχει κάτι καινούργιο, η πεντανόστιμη χαλβαδόπιτα με κράνμπερι. Γενικότερα, υπάρχει η αναμονή νέων πραγμάτων. Αυτό πάντως που δεν αλλάζει είναι η πανταχού διάχυτη νεοκλασική καλαισθησία της πόλης, η ευγένεια και η φιλοξενία των κατοίκων και των επαγγελματιών του νησιού. Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος μπορεί στο λιμάνι να έδεσαν γιοτ εκατομμυρίων, όμως στη Σύρο ο κάθε επισκέπτης νιώθει άρχοντας.

Το Σάββατο 18 Ιουνίου 2016 πραγματοποιήθηκε στο θέατρο Απόλλων και το ρεσιτάλ πιάνου του Δημήτρη Κούκου (γενν. 1982). Η βραδιά περιέλαβε έργα Σοπέν, Λιστ, αλλά ήταν αφιερωμένη κυρίως στο έργο του πατέρα του πιανίστα, του συνθέτη Περικλή Κούκου – μουσικά προεόρτια κατά κάποιον τρόπο για τη γιορτή του πατέρα, που ακολούθησε την επομένη.

Από την πατρική εργογραφία ο νεότερος Κούκος ερμήνευσε τρεις σουίτες. Αποτελούνται από επιλεγμένα αποσπάσματα μεγαλύτερων συνθέσεων, επεξεργασμένα για σόλο πιάνο: «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» (Εισαγωγή, Εξαγνισμός, Περιπλανώμενος θνητός), τρία χορευτικά από την όπερα «Μανουέλ Σαλίνας», και «Suite in Blue», γαλάζια σουίτα, όπου ως γαλάζιο βέβαια εννοείται το τζαζ και μπλουζ στοιχείο, όπως στη «Γαλάζια Ραψωδία» του Τζορτζ Γκέρσουιν. Η σουίτα αυτή είναι πενταμερής και οι τίτλοι κάθε μέρους υποδηλώνουν σύνθεση με προγραμματικά χαρακτηριστικά: Νοσταλγία, Το Σαξόφωνο, Ασπρόμαυρες ταινίες, Κοιτάζω, Οι εραστές των Καραβιών.

Νεωτερική αισθητική

Το πρώτο πράγμα που ασφαλώς προσέχει κανείς στον πιανίστα είναι η εκπληκτική, αψεγάδιαστη δεξιοτεχνία του. Κινείται σε ιλιγγιώδεις ταχύτητες με ομοιογενή ήχο και πεντακάθαρη άρθρωση, χωρίς ποτέ τα δάχτυλά του να μην πέφτουν ακριβώς εκεί όπου πρέπει. Ερμηνευτικά εμφανίστηκε ξεκάθαρα στραμμένος προς μια νεωτερική αισθητική, με έμφαση στην ακρίβεια και τη ρυθμική κανονικότητα. Μικρότερο φάνηκε το ενδιαφέρον του για στοιχεία που μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκουν σε μια πιο ρομαντική ερμηνευτική αντίληψη, όπως είναι η πιο διαβαθμισμένη δυναμική και η ιδιοσυγκρασιακή διαμόρφωση των φράσεων. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ήταν σαφές ότι την εκτέλεση καθοδηγούσε η μουσική σκέψη του ερμηνευτή, και όχι η ευκολία των δαχτύλων.

Εξαιρετικά εντυπωσιακή ήταν η απόδοση της «Suite in Blue». Στο δεύτερο μέρος, κλήθηκε να μιμηθεί τον ήχο του σαξοφώνου στην υψηλή περιοχή του πιάνου, κάτι που πέτυχε με εκπληκτική σταθερότητα, συνδυάζοντας την ταχύτητα με την ομοιογενή ροή του ήχου. Συνολικά ανέδειξε με τον πλέον διαυγή τρόπο τη συνθετική σύλληψη του έργου: ένας συγκερασμός του σύγχρονου αμερικανικού μινιμαλισμού με την ελληνική τροπική αρμονία, με συγχορδιακά στοιχεία της τζαζ και ροκ μουσικής. Θα μπορούσε να είναι η δεξιοτεχνική επεξεργασία ενός ελληνικού λαϊκού τραγουδιού από έναν συνθέτη σαν τον Φίλιπ Γκλας.

Με την ίδια εντυπωσιακή δεξιοτεχνία αλλά και νεωτερική αισθητική ερμήνευσε την Μπαλάντα αρ. 4 και το Νυχτερινό αρ. 13 του Φρεντερίκ Σοπέν, καθώς και δύο από τις σπουδές Παγκανίνι (αρ. 4 και 6) του Φραντς Λιστ, όπου μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Δημήτρης Κούκος ξεδίπλωσε το αποκορύφωμα των πιανιστικών αρετών του. Από την εργογραφία του Λιστ ερμήνευσε επίσης την Ουγγρική Ραψωδία αρ. 12. Ενδεχομένως, να μην ανέδειξε τόσο έντονα τον ελεύθερο ραψωδικό χαρακτήρα του κομματιού, όμως η σαφής αντίληψη της δομής και η κρυστάλλινη καθαρότητα του χεριού δικαίωσαν απολύτως τις δεξιοτεχνικά υπερβατικές απαιτήσεις της σύνθεσης.