ΜΟΥΣΙΚΗ

Προκλητική και επίκαιρη «Κάρμεν» στο Ηρώδειο

proklitiki-kai-epikairi-karmen-sto-irodeio-2144567

Περιμένοντας την έναρξη μιας παράστασης στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, μπορεί κανείς να παρατηρεί το σκηνικό και να προσκοπεί, να σπεκουλάρει, για ό,τι θα ακολουθήσει· άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε για να διαψευστεί. Την Κυριακή 24 Ιουλίου 2016, περιμένοντας την «Κάρμεν» (Παρίσι, 1875) του Ζορζ Μπιζέ από την Εθνική Λυρική Σκηνή, μια ματιά αρκούσε για να πιστέψεις ότι ο σκηνοθέτης της βραδιάς, ο Βρετανός Στίβεν Λάνγκριτζ, θα μας προσέφερε μια παράσταση με σπάνια αφηγηματική καθαρότητα.

Εμπρός από τον γυμνό τοίχο της σκηνής υπήρχε ένας συρμάτινος φράχτης, ένα φυλάκιο, τρία κοντέινερ στις άκρες και στο μέσο ένας εντυπωσιακός νεκρός ταύρος: η πίσω αυλή μιας αρένας λοιπόν, αλλά στη δική μας εποχή. Και γιατί όχι, ενός ρωμαϊκού αμφιθεάτρου σε μια πόλη της Νότιας Ευρώπης, που όμως είναι ακόμη σε χρήση, όπως θα ήταν ίσως σε χρήση και στα χρόνια του Μπιζέ και της Κάρμεν. Ανακυκλώνοντας χρησιμοποιημένα υλικά από την αποθήκη της ΕΛΣ, ο σκηνοθέτης έδωσε μονομιάς το στίγμα της προσέγγισής του, αξιοποιώντας έξυπνα το Ηρώδειο απλά ως αυτό που είναι, δηλαδή ένα ρωμαϊκό κτίριο θεαμάτων.

Το ιδιαίτερο αυτό περιβάλλον ήταν ιδανικό για να παρουσιαστεί η ιστορία της Κάρμεν· μια ανυπότακτη τσιγγάνα με ελευθεριάζουσα ερωτική ζωή, που δεν μπορεί να περιοριστεί από τα δεσμά ούτε του νόμου ούτε του γάμου. Η συνάντηση με τον δεκανέα Δον Χοσέ θα αποβεί μοιραία και για τους δύο: εκείνος θα εγκαταλείψει για χάρη της τη θέση του στην κοινωνία και θα την ακολουθήσει στη ζωή της παρανομίας, αλλά όταν αργότερα η Κάρμεν απογοητευθεί από αυτόν και τον εγκαταλείψει, θα την σκοτώσει.

Ο σκηνοθέτης εκκίνησε την αφήγηση με έναν ενδιαφέροντα εγκιβωτισμό (in media res). Στην αρχή της όπερας η πράξη έχει ήδη ολοκληρωθεί και ο Δον Χοσέ περιμένει φυλακισμένος την εκτέλεση του, την οποία, όπως θα αποδειχθεί, ονειρεύεται και η οποία λαμβάνει χώρα τη στιγμή που κανονικά πραγματοποιείται η αλλαγή της φρουράς στην Α΄ πράξη. Από εκεί και πέρα, ο σκηνοθέτης αφηγείται με εξαιρετική ενάργεια πώς φτάνουμε στο εφιαλτικό αυτό τέλος.

Η μεταφορά της δράσης στη σύγχρονη εποχή φάνηκε να εξελίσσει σε μια εντελώς νέα κατεύθυνση την ιδέα που είχε παρουσιάσει με μεγάλη επιτυχία ο Ολιβιέ Πι στην Οπερα της Λυόν το 2012, όταν μετέφερε το έργο σε μια κακόφημη συνοικία του Παρισιού. Η νέα ιδέα του Λάνγκριτζ ήταν να συνδυάσει την Κάρμεν με το φλέγον ζήτημα του καιρού μας, το προσφυγικό. Οι τσιγγάνοι λαθρέμποροι διακινούν την πιο επίκαιρη πραμάτεια: ανθρώπους! – που με τα σωσίβια και τα πλαστά διαβατήριά τους κρύβονται σε κοντέινερ ή διατρέχουν τη σκηνή.

Το ερωτικό στοιχείο

Τονισμένο ήταν επίσης το ερωτικό στοιχείο, ειδικά στην αισθησιακή κίνηση της Κάρμεν, που σκανδάλισε μερικούς θεατές, αλλά και η βία, που σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυαζόταν με ένα εξαιρετικά μαύρο χιούμορ, όπως ο ατυχηματικός θάνατος ενός λαθρεμπόρου ή το κλείσιμο του αξιωματικού Θούνιγα σε κάδο απορριμμάτων. Επίσης θυσιάστηκαν και κάποια σύντομα μέρη διαλόγου.

Συνολικά ο σκηνοθέτης κατάφερε με μια εξαιρετικά επεξεργασμένη πρόταση να πρωτοτυπήσει, χωρίς να βιάσει πουθενά το μουσικοδραματικό αίσθημα του ακροατή, ενώ η δραματουργία του ήταν υποδειγματική, χωρίς κενά ή παραγεμίσματα. Σημαντική ήταν και η άρτια συμβολή όλης της σκηνικής ομάδας: Γιώργος Σουγλίδης  (σκηνικά και ενδυμασίες), Τζουζέπε ντι Ιόριο, (φωτισμοί), Νταν Ο’ Νιλ και Φώτης Νικολάου (κίνηση) και Τόμας Μπέργκμαν (βίντεο). Τα βίντεο μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν με εξαιρετική φειδώ αλλά πολύ εύστοχα, κυρίως για να αναπαραστήσουν, σαν σε ακτινογραφία, τα πάθη και την ασφυξία των προσφύγων στο εσωτερικό των κοντέινερ.

Βέβαια, σε παραστάσεις όπερας με τόσο καλή θεατρική επεξεργασία και τέτοια πυκνότητα νοημάτων ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος το ενδιαφέρον να γλιστρήσει ανεπαίσθητα από τη μουσική αμιγώς στο δρώμενο. Ευτυχώς ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται όταν στο πόντιουμ ανεβαίνει μια προσωπικότητα της κλάσης του Λουκά Καρυτινού. Ο σπουδαίος Ελληνας αρχιμουσικός ανέδειξε τη μουσική του Μπιζέ πραγματώνοντας όλες τις λεπτότητες του μουσικού κειμένου, υπηρέτησε τη δραματική σύλληψη του σκηνοθέτη και, κυρίως, προσάρμοσε τη φραστική, τις ταχύτητες και τη δυναμική στις ιδιαιτερότητες του κάθε τραγουδιστή, κάνοντάς τους να ακούγονται λες και ο κάθε ρόλος είχε γραφτεί ειδικά για τον καθένα. Μέσα στον γενικό ενθουσιασμό των υποκλίσεων ήταν αυτός που έλαβε το ηχηρότερο χειροκρότημα και ολωσδιόλου δίκαια· με έναν λιγότερο ικανό αρχιμουσικό, η συγκεκριμένη παράσταση θα μπορούσε κάλλιστα να είχε τιναχθεί στον αέρα.

Καλες ερμηνείες

Η Ισραηλινή μεσόφωνος Ρινάτ Σαχάμ υπερασπίστηκε τον φερώνυμο ρόλο με εξαιρετικά αποτελέσματα. Αν και έχει φωνή πιο λυρική σε σχέση με τις τραγουδίστριες με ισχυρή ψηλή περιοχή που έχουμε συνηθίσει ως Κάρμεν, τα πιανίσσιμί της ήταν πολύ καλά προβεβλημένα και αισθησιακά σα χάδι. Επίσης ήταν πολύ ασφαλής τονικά, είχε ευελιξία, η γαλλική προφορά της ήταν άψογη και η ηθοποιία της εξαιρετική. Αντίστοιχες λυρικές ποιότητες είχε και ο Δον Χοσέ του Ιταλοαμερικανού τενόρου Λεονάρντο Καπάλμπο, αν και η ηθοποιία του ήταν λίγο εξεζητημένη. Και οι δυο τους ήταν ένα πολύ ταιριαστό και ισορροπημένο πρωταγωνιστικό ζευγάρι, που έφερναν περισσότερο στην ιδέα της πιο θεατρικής οπερά-κομίκ παρά στην «μεγάλη όπερα». Μια επιλογή που σε άλλα θέατρα ή σε άλλες εποχές μπορεί να μην άρεσε.

Απόλυτος Τορεάντορ Εσκαμίγιο, από κάθε άποψη, ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης και άκρως ενδιαφέρουσα η ατυπική Μικαέλα της Ισπανίδας σοπράνο Σαϊόα Ερνάντεθ· με επιβλητική φωνή και παράστημα, ήταν μια δυναμική Μικαέλα, σχεδόν δεσποτική. Εχοντας και οι δύο τους πιο δραματικές φωνές από τους πρωταγωνιστές, η χαρακτηριολογική αντιπαράθεση εκφραζόταν ωραία και στο ακουστικό επίπεδο. Εξαιρετικοί ήταν ακόμη ο αξιωματικός Θούνιγα του μπάσου Πέτρου Μαγουλά και ο δεκανέας Μοράλες του Νίκου Κοτενίδη, όπως και οι φίλες της Κάρμεν Ελένη Δάβου (Μερσέδες) και Μαρία Μητσοπούλου (Φρασκίτα) και οι λαθρέμποροι Κωστής Ρασιδάκης (Ντανκάιρε) και Αλέξανδρος Τσιλογιάννης (Ρεμεντάδο). Η συνολική ανάδειξη όλων αυτών των χαρακτήρων από μέρους τους εξασφάλισε ότι η παράσταση είχε ένα δραματικό περιεχόμενο και δεν ήταν μια χαλαρή διαδοχή από δημοφιλή αλλά άνευρα συνδεδεμένα μουσικά κομμάτια.

Εξαιρετική ήταν επίσης η συμβολή του μπαλέτου, της παιδικής χορωδίας (διεύθυνση Μάτα Κατσούλη) και της χορωδίας (διεύθυνση Αγαθάγγελος Γεωργακάτος) της ΕΛΣ· η τελευταία, μάλιστα, στην Δ΄ πράξη κλήθηκε επιτυχώς να αναπαραστήσει θεατρικά με το τραγούδι της τις αντιδράσεις σε μια παρέλαση ταυρομάχων που ως θεατές ποτέ δεν είδαμε! Η ορχήστρα της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε πολύ ικανοποιητικά στις οδηγίες του αρχιμουσικού· ήταν τόσο καλή, που να επιτρέπει να ζητήσουμε να γίνει, γιατί όχι, ακόμη καλύτερη.