ΘΕΑΤΡΟ

Η επιτυχία είναι κακός σύμβουλος

i-epitychia-einai-kakos-symvoylos-2344747

Το «Ανθρωποι και ποντίκια», η νουβέλα του Τζον Στάινμπεκ όπως τη μετέφερε στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα η Σοφία Αδαμίδου και σκηνοθέτησε ο, ηθοποιός κατ’ αρχάς, Βασίλης Μπισμπίκης, ήταν μία από τις καλύτερες παραστάσεις της περυσινής χρονιάς. Μια μεγάλη επιτυχία δίνει νέα ώθηση στην καριέρα του καλλιτέχνη και δικαιολογημένα τόσο ο ίδιος όσο και το Cartel (ο underground χώρος, εν μέσω αποθηκών και βιοτεχνιών στον Ελαιώνα, που τα τελευταία χρόνια είναι η θεατρική του στέγη), προκάλεσαν το ενδιαφέρον της θεατρικής κοινότητας (κοινού και καλλιτεχνών). Και πώς ν’ αντισταθεί κανείς σε προτάσεις για συνεργασία, που προκύπτουν ξαφνικά, όταν για χρόνια προσπαθεί με ηρωισμό να κάνει το θέατρο που τον ενδιαφέρει – με σαφή πολιτικά αιτούμενα και απολύτως περιορισμένα μέσα;  

Αλλά η επιτυχία είναι κακός σύμβουλος. Δίνει ορμή για άλματα μπροστά, τη στιγμή που απαιτείται ησυχία και περισυλλογή προκειμένου το επόμενο βήμα να σχεδιαστεί με προσοχή. Αλλά πόσο πιθανό είναι, ακολουθώντας την ίδια συνταγή, η επόμενη παράσταση να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα;

Ο Βασίλης Μπισμπίκης δέχθηκε να σκηνοθετήσει στο θέατρο Αποθήκη ένα έργο που να ακολουθεί την τάση των τελευταίων χρόνων: σκληρός ρεαλισμός που να αποδίδει παθογένειες της σημερινής ελληνικής κατάστασης σε ατομικό, οικογενειακό, κοινωνικό επίπεδο. Συγγραφείς όπως ο Γιάννης Τσίρος («Αξύριστα πιγούνια», «Αγριος Σπόρος», «Αόρατη Ολγα» κ.ά.) συναντήθηκαν με ηθοποιούς/σκηνοθέτες που γράφουν και θεατρικά έργα όπως ο Γιώργος Παλούμπης («Penalty», «Νο 44», «Πάκμαν»), ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος («Εθνικός Ελληνορώσων»), ο Βαγγέλης Ρωμνιός (πρόλαβε να γράψει μόνο τον «Χαρτοπόλεμο», προτού φύγει πέρυσι, πρόωρα, από τη ζωή), ο Γιωργής Τσουρής («170 Τετραγωνικά»), και μία «νεο-ρεαλιστική» τάση στη θεατρική γραφή διαμορφώθηκε. Η μεγάλη ανταπόκριση του κοινού στις εν λόγω παραστάσεις αν μη τι άλλο έδειξε ότι κάποια ανάγκη των καιρών καλύπτουν, των χρόνων της κρίσης. Σε αυτήν την τάση ανήκουν και τα καινούργια έργα που γράφτηκαν πάνω σε παλαιά, με πρώτο και καλύτερο το «Στέλλα, κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη (πάνω στην «Στέλλα Βιολάντη» του Γρηγορίου Ξενόπουλου) και βέβαια το «Ανθρωποι και Ποντίκια» της Αδαμίδου.

Την τελευταία κατεύθυνση, να χρησιμοποιήσει ένα κλασικό έργο ως βάση για τη συγγραφή ενός καινούργιου, θέλησε να ακολουθήσει ο Βασίλης Μπισμπίκης. Πήρε τον «Πατέρα» (1887) του Αυγούστου Στρίντμπεργκ κι έγραψε ένα καινούργιο έργο που εξελίσσεται στο σπίτι μιας καθημαγμένης από την οικονομική κρίση ελληνικής οικογένειας.

Ούτε τα πρόσωπα της ιστορίας ούτε η εξέλιξή της είναι όμοια με το πρωτότυπο του Στρίντμπεργκ. Στον  «Πατέρα» το δράμα εξελίσσεται στον οίκο ενός αξιωματικού του στρατού, μια εποχή που οι αξιωματικοί ήταν γόνοι αριστοκρατών και η τάξη τους κατείχε ειδική θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Οι γυναίκες δεν είχαν ακόμη κανένα δικαίωμα κι αυτό διαμορφώνει τη βασική αντίθεση/σύγκρουση στον «Πατέρα»: σ’ ένα σπίτι γυναικών, όπου συμβιώνουν η σύζυγος, η κόρη, η παραμάνα και η πεθερά του αξιωματικού, η σαρκοβόρα έμφυλη διαμάχη καθηλώνει ψυχολογικά τον «δυνατό» ίλαρχο, ο οποίος οδηγείται τελικά στην παράκρουση και στον θάνατο. Δύο ακόμη βασικοί «χώροι» εξουσίας, η Εκκλησία και η Επιστήμη, εκπροσωπούνται από τον πάστορα και τον γιατρό. Κι ενώ θα περίμενε κανείς αυτοί τουλάχιστον να βρίσκονται στο πλάι του ίλαρχου και οι δύο συμβάλλουν τελικά στον χαμό του. Ο Στρίντμπεργκ, με τη βυθοσκοπική  ψυχολογική ικανότητά του, κατορθώνει να αποτυπώσει την ανισορροπία και την εκρηκτική ατμόσφαιρα μιας εποχής στην οποία πολιτικές ιδέες, κοινωνικές συνθήκες, επιστημονικές ανακαλύψεις επαναπροσδιόριζαν τα δεδομένα και άνδρες και γυναίκες αναζητούσαν τον βηματισμό τους στη νέα εποχή.

Στον «Πατέρα» του Βασίλη Μπισμπίκη αντιθέτως τα πρόσωπα προέρχονται από την ίδια οικονομικοκοινωνική «δεξαμενή»: ο πατέρας με τον κουνιάδο έχουν τρία μαγαζιά που βρέθηκαν στον κυκλώνα της οικονομικής κρίσης. Με τα χρέη να τον πνίγουν, έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει τη διαρκώς επικριτική σύζυγο, την κόρη του που θέλει να σπουδάσει μουσική, τη μητέρα του που έχει αρχίσει να τα χάνει και χρειάζεται άνθρωπο να τη φροντίζει. Αφορμή για το τελικό «ξεκαθάρισμα» θα αποτελέσει το γεγονός ότι ο πατέρας θέλει το παιδί του ν’ ανοίξει τα φτερά και να σπουδάσει οικονομικά στο εξωτερικό. Η σύζυγος, για να του πάει κόντρα, υποστηρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στις επιλογές του παιδιού αφού δεν ξέρει καν αν είναι δικό του παιδί!

Κατά τη γνώμη μου ήταν λάθος του Βασίλη Μπισμπίκη που ανέλαβε, εκτός από τη σκηνοθεσία, και τη συγγραφή του νέου έργου. Τέτοιου είδους συνολική εμπλοκή δεν επιτρέπει στον δημιουργό την απόσταση που οδηγεί στις σωστές δραματουργικές και σκηνοθετικές επιλογές.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν μία παράσταση ωμού ρεαλισμού αλλά αυτό επ’ ουδενί σημαίνει ότι από την αρχή μέχρι το φινάλε η ένταση πρέπει να είναι στο κόκκινο και σχεδόν όλα τα πρόσωπα να φωνάζουν, να μαλώνουν, να βρίζουν. Στη μισή ώρα παράστασης, κάποιοι από τους θεατές δυσανασχετούν γιατί και αυτά που λέγονται και ο τρόπος που λέγονται είναι αφόρητα. Οι διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα και οι ψυχολογικές διακυμάνσεις ισοπεδώνονται γρήγορα και όλα μοιάζουν σαν διαφορετικές στιγμές του ίδιου αενάως αυτοτροφοδοτούμενου καβγά.

Ο Τάσος Ιορδανίδης και η Μαρίνα Ασλάνογλου ερμηνεύουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους αυτοθυσιαστικά. Μπράβο τους για τον αγώνα που δίνουν σε κάθε παράσταση να αποδώσουν δύο ανθρώπους σε οριακή κατάσταση. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στον ρόλο του κουνιάδου εξισορροπεί κάπως την ένταση, όπως και η Γιάννα Σταυράκη στον ρόλο της γιαγιάς. Η νεαρή Νικολέττα Χαρατζόγλου στον ρόλο της κόρης θα έπρεπε να ξέρει μουσική ή, έστω, να παίζει δύο τρία μουσικά θέματα σαν να ήξερε. Ο γονιός έχει «υποχρέωση» να υποστηρίξει το ιδιαίτερο ταλέντο του παιδιού του. Αλλιώς μένει αστήρικτος ο λόγος της ακραίας σύγκρουσης των δύο συζύγων.