ΘΕΑΤΡΟ

Κάτι τρεχει με τον «Πουπουλένιο»

kati-trechei-me-ton-poypoylenio

«Αν δεν σιχαίνεσαι, πιες από το δικό µου». Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, τυλιγµένος µε µια µαύρη ρόµπα και µε µάτια κουρασµένα, µου προσφέρει λίγο από το ουίσκι του – στο καµαρίνι του δεν βρίσκεται άλλο ποτήρι. Δεν αρνούµαι: πρώτον, δεν σου προσφέρει κάθε µέρα ποτό ένας ζεν πρεµιέ του ελληνικού θεάτρου και δεύτερον χρειάζοµαι κι εγώ κάτι για να χαλαρώσω µετά την παράσταση που µόλις είδα, στην οποία πρωταγωνιστεί ο ίδιος. Μιλάµε για τον «Πουπουλένιο» του Μάρτιν Μακ Ντόνα, ένα από τα πιο συζητηµένα θεατρικά της πόλης, το οποίο λόγω µεγάλης εµπορικής επιτυχίας παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Αθηνών – τα εισιτήρια εξαντλούνται σχεδόν κάθε µέρα και προστέθηκε δεύτερη παράσταση την Κυριακή, πλην της λαϊκής απογευµατινής του Σαββάτου.

Βρίσκοµαι εδώ για να εξακριβώσω το λόγο. Ο Κωνστανίνος Μαρκουλάκης το αποδίδει κατ’ αρχάς στο ίδιο το έργο, το οποίο ο ίδιος µετέφρασε και σκηνοθέτησε: «Είναι αριστούργηµα. Πιστεύω ότι θα µείνει στην ιστορία». Παρότι ο τίτλος παραπέµπει σε κάτι ανάλαφρο, κάθε άλλο παρά τέτοια είναι η υπόθεσή του. Σε ένα άγνωστο αυταρχικό καθεστώς, ένας παράξενος συγγραφέας, που γράφει ιστορίες για κακοποιηµένα παιδιά, ανακρίνεται από δύο αστυνοµικούς για αποτρόπαιους φόνους ανηλίκων που διαπράττονται στην πόλη. Το βαρύ όµως δραµατικό στοιχείο υπονοµεύεται διαρκώς από ένα στρεβλό, ανάποδο χιούµορ. Θα παροµοίαζα την παράσταση µε σκωτσέζικο ντους: είναι ταυτοχρόνως τρυφερή, σκληρή και αστεία. «Σε πάει µια έτσι, µια αλλιώς», λέει ο ηθοποιός – σκηνοθέτης. «Μέσα από την έξυπνη αστυνοµική πλοκή ο συγγραφέας αγγίζει πολλά ζητήµατα, µε αποτέλεσµα κάθε θεατής να καταλαβαίνει µια εντελώς διαφορετική παράσταση».

Δεν είναι η πρώτη φορά που παίζεται ο «Πουπουλένιος» στην Αθήνα. Η πανελλήνια πρεµιέρα δόθηκε το 2005 στον Εξώστη του Αµόρε και αργότερα ανέβηκε σε άλλες, µικρότερες σκηνές, αλλά µόνο στο Θέατρο Αθηνών έτυχε ευρείας αποδοχής. Εκτός από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, παίζουν τρεις ακόµη γνωστοί και χαρισµατικοί ηθοποιοί: ο Νίκος Κουρής, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος και ο Γιώργος Πυρπασόπουλος. Ποιο είναι, λοιπόν, το µυστικό της επιτυχίας του «Πουπουλένιου»; Το «δυνατό» κείµενο; Η σκηνοθεσία; Η µουσική που υπογράφει ο Μίνως Μάτσας στη σκοτεινή διασκευή του παιδικού τραγουδιού «Frère Jacques»; Τα σκηνικά και κοστούµια; Ή µήπως το γοητευτικό καστ; «Ο βασικότερος λόγος είναι ότι στο έργο επικρατεί ισορροπία ανάµεσα στο χιουµοριστικό και το δραµατικό στοιχείο. Επίσης, το κάνουµε όλοι µε κέφι και η σκηνοθεσία έχει µεγάλη καθαρότητα και ειλικρίνεια, χωρίς να καταφεύγει σε εξυπνάδες», συνοψίζει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, που παίζει τον έναν ανακριτή. «Η επιλογή των ηθοποιών έγινε µε µεγάλη προσοχή», υπογραµµίζει ο Κ. Μαρκουλάκης, «όµως αν το ίδιο το έργο δεν είχε τίποτα να πει, πιστεύω ότι η συνεργασία µας θα εξαντλούνταν σύντοµα».

«Είναι µια µοναδική οµαδική εργασία. Μια συνάντηση καλλιτεχνική, που δεν θα ξαναγίνει», τονίζει ο Γιώργος Πυρπασόπουλος (υποδύεται τον αδερφό του συγγραφέα, ο οποίος έχει νοητικά προβλήµατα). «Δεν υπάρχει ανταγωνισµός και µας ενώνει αληθινή αγάπη για τη δουλειά του άλλου και σοβαρή φιλία και εκτός θεάτρου», προσθέτει ο Νίκος Κουρής, που ερµηνεύει τον δεύτερο ανακριτή. Η χηµεία τους βγαίνει και στη σκηνή, αν και οι αντιδράσεις του κοινού είναι των άκρων – άλλοι καταχειροκροτούν, άλλοι φεύγουν στα µισά. Σχεδόν όλοι όµως επαινούν την ερµηνεία των ηθοποιών. «Πέρυσι, ένας µεγάλος σε ηλικία θεατής», διηγείται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, «είπε σε µια ταξιθέτρια: “Να τους πείτε ότι παίζουν πολύ ωραία, αλλά ότι είναι ανώµαλοι! Να πάνε να τους δει κανένας ψυχίατρος!».

Την περασµένη Πέµπτη που βρέθηκα στο θέατρο, συζήτησα µε µερικούς θεατές. «Είχα κοκαλώσει κατά τη διάρκεια της παράστασης. Είναι αγχωτικό έργο, βαρύ και παρανοϊκό. Εχει παντού αλληγορίες. Μου άρεσε, αλλά ψυχοπλακώθηκα», λέει η Ειρήνη, ιδιωτική υπάλληλος. «Δεν µπορούσα να καταλάβω πώς γελάνε. Τα παιδιά µπροστά µου είχαν ξεραθεί στα γέλια. Εγώ είναι σαν να έχω φάει µπουνιά στο στοµάχι», υπογραµµίζει η Μαρία, συνταξιούχος, και συµπληρώνει: «Αν και σε βάζει να σκεφτείς, παραταύτα βρήκα το έργο λίγο φλύαρο». «Καλή η ιστορία, δεν µου άρεσε όµως πώς έπαιζε ο Μαρκουλάκης», διατείνεται ο Γιάννης, 33 ετών, δικηγόρος. Η 24χρονη Χρυσοβαλάντω αποκαλύπτει ότι δεν έχασε το χρόνο της, «αλλά δεν µπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα κιόλας». Ο Γιώργος, που είναι φοιτητής Φιλοσοφικής, δίνει τη δική του άποψη: «Μου άρεσαν οι ερµηνείες, το έργο όµως όχι. Οι ιστορίες που διηγείται ο συγγραφέας δεν έχουν το απαιτούµενο βάθος για να υποστηρίξουν την υπόθεση. Υπάρχουν, πιστεύω, κενά στην πλοκή». Τότε γιατί ο «Πουπουλένιος» έχει εξελιχθεί σε θεατρικό σουξέ; τον ρωτάµε. «Ας ξεκινήσουµε από το βασικό: τι θεωρεί κάποιος επιτυχία και τι όχι…»