ΘΕΑΤΡΟ

Ο «Ρήσος» σε ένα ιδανικό περιβάλλον στην Αθήνα

o-risos-se-ena-idaniko-perivallon-stin-athina-2091111

Το Λύκειο του Αριστοτέλη, με είσοδο από την οδό Ρηγίλλης, είναι ο νεότερος αρχαιολογικός χώρος στο κέντρο της Αθήνας, με την έννοια ότι άνοιξε για το κοινό μόλις το περασμένο καλοκαίρι.

Φέτος, από τις 7 Ιουλίου έως τις 9 Αυγούστου, και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το Λύκειο γίνεται το ιδανικότερο φόντο για μια νέα θεατρική παραγωγή, που φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Θα παρουσιάσει εντός του αρχαιολογικού χώρου τον «Ρήσο», ένα αινιγματικό και αμφιλεγόμενο ως προς την πατρότητά του έργο, όπου το κοινό θα γίνει περιπατητής και θεατής ταυτόχρονα. Ο «Ρήσος» βασίζεται στη ραψωδία Κ της Ιλιάδας και ανεβαίνει μόλις για τέταρτη φορά στη σύγχρονη εποχή.

Πύλη εισόδου στον «Ρήσο» (που συνδέεται δραματουργικά με την «Πραγματεία περί Ενυπνίων» από τα «Μικρά Φυσικά» του Αριστοτέλη) αποτελεί το πρώτο, περιπατητικό μέρος της παράστασης. Οι θεατές, τα πρώτα 20 λεπτά της παράστασης, ως νέοι Περιπατητές (Περιπατητικοί) βαδίζουν καθοδηγούμενοι στην καρδιά του χώρου και παρακολουθούν διαφορετικές δράσεις από τους ηθοποιούς, με οδηγό την πραγματεία του Αριστοτέλη για τα όνειρα («Περί Ενυπνίων»). Μέσα από τον περίπατο και την πραγματεία για τα όνειρα, αρχίζει να ξετυλίγεται και ο «Ρήσος». Η σκηνοθετική σύλληψη βλέπει το έργο σαν ένα όνειρο του Έκτορα, κατά την ταραγμένη νύχτα μετά τη νικηφόρα μάχη του ενάντια στους Ελληνες.

«Πρόκειται για παράξενο έργο, που οι μελετητές δυσκολεύονται να κατατάξουν – το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται για τραγωδία», σημειώνει η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Και συμπληρώνει: «Περιέχει στοιχεία σατυρικού δράματος, κωμωδίας στα όρια της παρωδίας πολλές φορές, αλλά και δράματος. Για εμάς είναι μάλλον αντιπολεμική σάτιρα που χρησιμοποιεί ως όχημα την Iλιάδα, παρωδώντας πρόσωπα και καταστάσεις. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για ιδιότυπο κράμα θεατρικών ειδών, εντελώς πρωτοποριακό για την εποχή του, που στόχο έχει να καταδείξει την ανθρώπινη βλακεία ως αιτία αλλά και αποτέλεσμα του πολέμου». Ως προς την ταυτότητα του συγγραφέα, το μυστήριο παραμένει. «Ορισμένοι το αποδίδουν στον Ευριπίδη», εξηγεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου, «άλλοι σε μεταγενέστερο μιμητή του – το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν έχει αποδείξει τίποτα. Αυτό το πέπλο μυστηρίου ως προς την πατρότητα του έργου συνδέεται, κατά τη γνώμη μας, με την αβεβαιότητα ως προς το θεατρικό είδος στο οποίο ανήκει, αλλά και με την αβεβαιότητα και την απώλεια κριτικής ικανότητας που προξενεί ο πόλεμος. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο ξεκινά και τελειώνει σε απόλυτο σκοτάδι, σκοτάδι της πλάνης που κάνει τους ανθρώπους να μην ξέρουν πού βαδίζουν και γιατί».

​​Παραστάσεις καθημερινά Τρίτη-Κυριακή,
ώρα προσέλευσης: 8.30 μ.μ.