ΘΕΑΤΡΟ

Στα άκρα του έρωτα, της γλώσσας, της ύπαρξης

sta-akra-toy-erota-tis-glossas-tis-yparxis-2156716

Κάποια στιγμή προς τη μέση του «Μαχαιροβγάλτη», του απελπισμένου αριστουργήματος του Γιάννη Οικονομίδη, ο Αλέκος προτείνει στη Γωγώ να κάνουν ένα παιδί. «Πάμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο», προσθέτει χωρίς να κοιτάζει στα μάτια τη γυναίκα του, η οποία αδυνατεί να εκλάβει την επιθυμία του ως κάτι άλλο πέρα από ακόμη μία παλαβομάρα ενός φαύλου και αφερέγγυου χαρακτήρα. Είναι μια στιγμή φορτισμένη με αμηχανία για τον Αλέκο, κλυδωνιζόμενη από έντονη αμφιταλάντευση, όχι για την απόφαση καθεαυτή, αλλά για τις λέξεις που πρέπει να εκστομίσει προκειμένου να διατυπώσει συναισθήματα αισιόδοξα, ανθρώπινα, που δεν είναι μαθημένος να εκδηλώνει. Είναι η πρώτη φορά που κάποιος ήρωας του σκηνοθέτη επιχειρεί να δραπετεύσει από τη φυλακή της γλώσσας του, σκάβοντας ένα άνοιγμα κάτω απ’ το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμά της, εκφράζοντας μια πρόταση με απερίφραστα θετικό περιεχόμενο. Και όπως ο κατάδικος που το σκάει και ξαφνικά δεν γνωρίζει τι θα πρέπει να κάνει με την ελευθερία του, έτσι και ο Αλέκος δεν έχει ιδέα πώς πρέπει να προφέρει την πιο αγνή και όμορφη ανάμεσα στις ανάγκες του.

Αν λοιπόν εκείνη η επιθυμία του Αλέκου σήμανε μια ήπια αποστασία, οι αλλεπάλληλες διακηρύξεις αγάπης της Στέλλας Γερακάρη προς τον εραστή της μπορούν να εκληφθούν ως μια μεγάλη επανάσταση. Ομως αυτή τη φορά η πράξη δεν λαμβάνει χώρα σε κάποιο κινηματογραφικό πλατό, αλλά στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, στο πλαίσιο του θεατρικού ντεμπούτου του Γιάννη Οικονομίδη με το έργο του «Στέλλα κοιμήσου», εμπνευσμένο από τη «Στέλλα Βιολάντη», την ωραία νουβέλα του Γρηγορίου Ξενοπούλου.

Δεν υπάρχει ιδιωτική γλώσσα, υποστήριζε ο Βιτγκενστάιν. Ο κανόνας χρήσης μιας έκφρασης είναι καθορισμένος από τις πρακτικές και τις συμφωνίες στις οποίες οδηγούνται οι κοινότητες. Ακόμη και η εκδήλωση των μύχιων συναισθημάτων μας είναι αποτέλεσμα της τριβής και της εκπαίδευσής μας στη δημόσια ζωή. Και οι ήρωες του Οικονομίδη επικυρώνουν παραδειγματικά τη θεωρία του Αυστριακού φιλοσόφου: οι κοφτές σεξιστικές και ρατσιστικές φράσεις τους, οι γελοίες στιχομυθίες και οι απίστευτες βωμολοχίες τους, οι εξευτελιστικές προσβολές που ανταλλάζουν και οι δολοφονικές απειλές που εκτοξεύουν πηγάζουν από την ανεξάντλητη νεοελληνική χυδαιότητα που έχει κατακάτσει στα γήπεδα, στην τηλεόραση και στην πολιτική.

Σε έναν απερίγραπτο λεκτικό βόρβορο καταλήγει να επιπλέει και η νεόπλουτη οικογένεια των Γερακάρηδων ένα κυριακάτικο μεσημέρι. Βρισκόμαστε στην έπαυλή τους, μία βδομάδα πριν από τον αρραβώνα της Στέλλας Γερακάρη με τον Παύλο Αδαμόπουλο, γόνο πολιτικής οικογένειας. Η Στέλλα ομολογεί στην αδερφή της, την Ανθή, ότι είναι έτοιμη να ακυρώσει τον αρραβώνα και να ανακοινώσει στους δικούς τους τη σχέση της με τον ηθοποιό Μάριο Αγγελή. Οταν η Στέλλα πραγματώνει την πρόθεσή της αποκαλύπτοντας την αλήθεια στο μαύρο πρόβατο της οικογένειας, τον αδερφό της Γιώργο, επίδοξο μουσικό με εμφάνιση ρεμπεσκέ χίπστερ, στην πικρή, παραιτημένη μα πάντα φαρμακόγλωσσα μητέρα της, Ελένη, καθώς επίσης και στους ξιπασμένους θείους της, οι εκροές λεκτικού οχετού και τα ταπεινωτικά φραστικά μπουγέλα ανάμεσα στους παρευρισκόμενους κορυφώνονται σε ένα βορβορώδες κρεσέντο ύβρεων και προπηλακισμών, που μονάχα το ξέσπασμα του Αντώνη Γερακάρη θα καταφέρει να το ξεπεράσει. Χωρίς υπερβολή, το μεγαλύτερο μέρος του «Στέλλα, κοιμήσου» κάνει τα πρώιμα θεατρικά έργα του Μάρτιν Μακ Ντόνα να μοιάζουν με εφηβικές παραστάσεις.

Πάτερ φαμίλιας

Επιστρέφοντας στην εστία του ο πάτερ φαμίλιας, ο γλοιώδης γκάνγκστερ-επιχειρηματίας Αντώνης Γερακάρης, προσπαθεί στην αρχή να φανεί προσηνής, φορώντας τη «γλύκα και την καλοσύνη» που έδειχνε, έστω υποκριτικά, το πρόσωπο του πατέρα της Στέλλας Βιολάντη, Παναγή. Πολύ γρήγορα όμως οι μάσκες θα πέσουν κι ο Γερακάρης θα αποδυθεί σε ένα βροντερό, κατακλυσμιαίο παραλήρημα αδειάζοντας όλον το βόθρο και την παραφροσύνη που κουβαλάει κάποιος που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του απαιτώντας να αποκτήσει τα πάντα με τον πιο εύκολο και απροκάλυπτα παράνομο τρόπο. «Ξύπνα, Στέλλα», βρυχάται προς την κόρη του ο Γερακάρης, διότι η αισθηματική ανταρσία της αναχαιτίζει το ξέπλυμα του βρώμικου ονόματός του αλλά και την κοινωνική καταξίωση που τόσο λυσσαλέα αποζητά.

Παρακολούθησα τη γενική δοκιμή του «Στέλλα, κοιμήσου» στις 12 Οκτωβρίου και ξαναείδα το έργο τέσσερις μέρες αργότερα. Ηθελα να παρατηρήσω τις αλλαγές από παράσταση σε παράσταση ενός έργου χωρίς συγκεκριμένο κείμενο, αφού το τελικό σενάριο διαμορφώνεται επί σκηνής με βάση τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στις ατάκες που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί σε κάθε παράσταση, δεν είναι όμως τόσο σημαντικές ώστε να τους απομακρύνουν από τις δραματουργικές σταθερές που έχει θέσει ο Οικονομίδης σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Μουρίκη. Οι βασικές φράσεις που δίνουν το στίγμα κάθε χαρακτήρα και σκιαγραφούν τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα παραμένουν αμετάβλητες.

Ολοι οι ηθοποιοί αποδίδουν εξαιρετικά τον ρόλο που αναλογεί στον καθέναν. Οι πρωταγωνιστές δίνουν μάλιστα αξέχαστες ερμηνείες. Η χαρισματική Ιωάννα Κολλιοπούλου, με το χαρακτηριστικό γρέζι στη φωνή που υπενθυμίζει στον θεατή τη λαϊκή καταγωγή της νεόπλουτης οικογένειας, τα καταφέρνει περίφημα ως ευαίσθητη Στέλλα κυριευμένη από την εξαγνιστήρια δύναμη του έρωτα, η οποία την ίδια στιγμή είναι πασαλειμμένη με τις οικογενειακές ακαθαρσίες· η επανάστασή της θα ήταν περιορισμένης ισχύος αν δεν αποδείκνυε ότι είναι γνήσιο τέκνο του Γερακάρη, επιδεικνύοντας το ίδιο ταλέντο στην προσβολή και τη βρισιά.

Οι δύο αποστάτες

Σε μια οικογένεια με δύο αποστάτες, η Ανθή, το υπάκουο κορίτσι του μπαμπά, λειτουργεί ως αντίβαρο στα αδέρφια της, έχοντας το καθήκον να τα εγκαλεί κάθε φορά που παραβιάζουν ευθαρσώς τον νόμο του. Και η Ελλη Τρίγγου, αυτή η μικρόσωμη, αεικίνητη και τρομακτικά ταλαντούχα νεαρή ηθοποιός, ανταποκρίνεται στον μέγιστο βαθμό στις απαιτήσεις του ρόλου της. Η φωνή της μικρής στρίγγλας Ανθής είναι το μοτέρ που βοηθάει τον μηχανισμό της οικογενειακής υστερίας να δουλεύει στους υψηλότερους δυνατούς ρυθμούς. Αν το μοτέρ άρχιζε να κλατάρει, η είσοδος του Γερακάρη στο σκηνικό ίσως να μην επέφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος ως Αντώνης Γερακάρης, με την ανεξίτηλη, θηριώδη ερμηνεία του, προσθέτει ένα απολύτως γήινο τέρας στην πινακοθήκη των αρνητικών νεοελληνικών ηρώων, στην οποία φιγουράρουν ο Μάκης από το «Μικρό ψάρι» ή ο Δημήτρης από το «Σπιρτόκουτο», δίπλα ακριβώς στον Μένιο Κατσαντώνη από το «Αντιποίησις αρχής» ή τον Αλέξανδρο Καπάνταη από τη «Φανταστική περιπέτεια», ήρωες των βιβλίων του Αλέξανδρου Κοτζιά και μυθιστορηματικούς προγόνους των λούμπεν χαρακτήρων που πλάθει ο Οικονομίδης.

Ολα αυτά τα χρόνια πολλοί παρακολουθούσαν ανακουφισμένοι τις ταινίες του Οικονομίδη, θεωρώντας ότι τα βέλη του σκηνοθέτη στόχευαν αποκλειστικά τους ανθρώπους που ζουν στα τοξικά και ιδρωμένα τέμπλα του μικροαστισμού. Ακόμη κι αν υποκρίνονταν πως δεν καταλάβαιναν, το «Στέλλα κοιμήσου», αυτό το πολύ βίαιο, σε σημεία πολύ αστείο και, εντέλει, άκρως επιτυχημένο έργο, δεν αφήνει περιθώρια για εσφαλμένα συμπεράσματα. Η σπουδαγμένη στην Αγγλία Στέλλα, η κακομαθημένη Ανθή και ο εξαρτημένος από την τεχνολογία Γιώργος θα μπορούσαν να είναι παιδιά οποιασδήποτε μεσοαστικής οικογένειας. Ο Γιάννης Οικονομίδης, κατά τη γνώμη μου ο σημαντικότερος σκηνοθέτης που εμφανίστηκε στον κινηματογράφο μας από το 2000 και μετά, μας έχει προειδοποιήσει με όλους τους πιθανούς τρόπους: ο κυνισμός, η χυδαιότητα, η φασίζουσα νοοτροπία έχουν διεισδύσει στους ιστούς της νεοελληνικής οικογένειας σε μεγαλύτερη έκταση από όση θέλουμε να πιστεύουμε. Δεν έχει έρθει επιτέλους ο καιρός να τον ακούσουμε όλοι πιο προσεκτικά;

​«Στέλλα, κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη, Εθνικό Θέατρο, Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»