ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Αστυνομικό θρίλερ από τη Δανία

bridge1

Με μια πρώτη ματιά, τα πράγματα φαίνεται να εξελίχθηκαν ραγδαία, με συνέπειες έντονα ορατές στην καθημερινότητα, και μάλιστα διαταξικού χαρακτήρα: οι αστυνομικές σκανδιναβικές σειρές είναι περιζήτητες στην Ελλάδα, είτε μέσω downloading είτε μέσω της πιο παραδοσιακής οδού, του dvd club, ειδικά το εκ Δανίας «The Killing» και η δανοσουηδική παραγωγή «Η γέφυρα» (Bron/Broen).

Στα ελληνικά dvd clubs δημιουργείται λίστα αναμονής, την ίδια στιγμή που η βασιλική βρετανική οικογένεια υποκύπτει και αυτή στη γοητεία των Δανών ντετέκτιβ: «Τηλεφώνησε μια μέρα η αδελφή μου και μου είπε να δω οπωσδήποτε αυτήν τη σειρά. Πήραμε λοιπόν τα επεισόδια και τα είδαμε όλα, ο πρίγκιπας [Κάρολος] κι εγώ, στο κάστρο μας στη Σκωτία», δήλωσε η Καμίλα Πάρκερ στον σεναριογράφο του «Killing» Soren Sveistrup, και έσπευσε, με την πρώτη ευκαιρία που της έδωσε ένα επίσημο ταξίδι στη Δανία, να επισκεφθεί τον τόπο γυρισμάτων της σειράς.

Οι απλοί θνητοί στη Βρετανία και στη Γαλλία ντύνονται με χοντρά πλεκτά πουλόβερ σκανδιναβικού τύπου, δίνουν στα σπίτια τους δανική ατμόσφαιρα με ανοιχτόχρωμα ξύλα και μονοχρωμίες, απαντούν σε κουίζ διαφόρων ΜΜΕ «Πόσο Δανός αισθάνεστε;», ερωτήσεις του τύπου:

α. Σας αρέσει ο ουρανός της χώρας μας;

β. Το απέραντο γαλάζιο;

γ. Ο γκρίζος συννεφιασμένος ουρανός;

δ. Ο γκρίζος συννεφιασμένος ουρανός με φαντάσματα των Βίκινγκ γύρω από ένα σφαγιασμένο κορμί νεαρής ηλικίας;

Στο καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα έχουν εισβάλει τα «τακ, μπρο/α, νέι» στη θέση των «ευχαριστώ, ωραία/ΟΚ, όχι», ενώ στο YouTube έχουν δημιουργηθεί ομάδες που μετρούν πόσες φορές είπαν οι ηθοποιοί «τακ», «μπρο» και μετά μανίας πόσες φορές η ντετέκτιβ στη «Γέφυρα» συστήθηκε σε ανακρινόμενους, υπόπτους, κ.ά., ως «Σάγκα Νοριέν, τμήμα ανθρωποκτονιών Μάλμε»: 38 φορές σε 1,5 λεπτό!

Γιατί οι Δανοί;

Ολα αυτά, βέβαια, μπορεί να συμβαίνουν μέχρι τώρα, αλλά η γοητεία των σκανδιναβικών (κυρίως δανικών) τηλεοπτικών σειρών κυριαρχεί εδώ και πέντε περίπου χρόνια. Δεν είναι οι μόνες. Κατά καιρούς, η Ευρώπη γοητεύεται από «εξωτικούς» πολιτισμούς, περνώντας σημειολογικά στοιχεία στην καθημερινότητά της. Συνήθως, όμως, αυτό προκύπτει από ένα μεγάλο και καθοριστικό γεγονός. Τα τελευταία 30-40 χρόνια δημιουργήθηκε «ρωσικό κύμα» μετά την Περεστρόικα και «κινεζικό» όταν η Κίνα άνοιξε ελαφρώς την πόρτα της στον κόσμο και φιλοξένησε και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η μετανάστευση από τις ανατολικές χώρες και την Κίνα βοήθησε επίσης να αποκτήσουμε μαξιλαράκια με κινεζικό μοτίβο, αδυναμία στην πάπια Πεκίνου και όλων των ειδών τις σαγιονάρες, υφασμάτινες ή μη.

Θα ήταν, ίσως, επιπόλαιο να θεωρήσουμε την άφιξη της ΙΚΕΑ ως καθοριστικό γεγονός για τη λατρεία του Nordic Noir, πόσο μάλλον που η παρουσία του μετράει πολύ περισσότερα χρόνια ακόμα και στην Ελλάδα.

Το γεγονός ότι οι σειρές προβάλλονται από το BBC παίζει έναν ρόλο, αλλά και πάλι οι αλλεπάλληλες συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών και τα αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά –Wall Street Journal, Guardian, New Yorker, New York Times, Independent, και μάλιστα με τίτλους όπως «Κάνε στην άκρη, Ιαν Ράνκιν!»– δεν δίνουν επαρκείς εξηγήσεις για το φαινόμενο.

Το 2012, ο Barry Forshaw, o Αγγλος συγγραφέας του βιβλίου «Nordic noir, The Pocket Essential Guide to Scandinavian Crime Fiction, Film & TV», εντόπισε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, δέκα σημεία-οδηγίες για την επιτυχία ενός νουάρ μυθιστορήματος και, μεταξύ αυτών, «επιβάλλεται» η επιλογή ενός σκανδιναβικού τοπίου (ατελείωτα σουηδικά δάση, φινλανδικές λίμνες, δανικά αγροτικά τοπία και, ανυπερθέτως, συννεφιασμένος, γκρίζος ουρανός)· η ανάδειξη των προβλημάτων του σκανδιναβικού σοσιαλιστικού ιδεώδους που τόσο ζηλεύουν οι Βρετανοί (παράλληλα με επιτυχημένες προσπάθειες ενσωμάτωσης των μεταναστών, που επίσης ζηλεύουν)· η αλλαγή του ονόματος (πρέπει, αντί, π.χ., να λέγεσαι Chris Moss, να μετονομαστείς σε Christian Madsen)· το διάβασμα αξιόλογων αστυνομικών συγγραφέων, όπως ο Χένινγκ Μανκέλ (δημιουργός του ντετέκτιβ Κουρτ Βαλάντερ και γαμπρός του Ινγκμαρ Μπέργκμαν). Η τελευταία οδηγία είναι και πολύ σοβαρή.

Εξωτισμός και αμφισβήτηση

Ρίζες του τηλεοπτικού φαινομένου Nordic Noir, όπως ονομάζεται διεθνώς, βρίσκονται στη σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία, που έχει κατακλύσει τον δυτικό κόσμο εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία (και αν υποθέσουμε ότι ανήκουμε στη Δύση, μπορούμε να φέρουμε ως παράδειγμα τις ουρές που σχηματίστηκαν έξω από το Μέγαρο Μουσικής στην ομιλία του Jo Nesbo που οργάνωσαν οι εκδόσεις Μεταίχμιο), αν και σημαντικοί στο είδος συγγραφείς, όπως η Maria Lang και πολύ αργότερα οι Maj Sjowall και Per Walhoo με τον ντετέκτιβ Martin Beck, διαπρέπουν σποραδικά –κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία– από το 1930. Αλλά είναι μόνον αυτό;

«Πιστεύεις στη μοίρα;» «Πιστεύω ότι στη μοίρα πιστεύουν όσοι θέλουν να αποφύγουν τις ευθύνες τους», λένε σε έναν διάλογο στο «The Killing», ενώ στη «Γέφυρα» ένα υποψήφιο θύμα λέει στον δολοφόνο του: «Μην το κάνεις! Μη με σκοτώσεις, ό,τι και να συμβαίνει υπάρχουν επιλογές, ας το συζητήσουμε», και ο δολοφόνος απαντά: «Οχι, δεν έχω επιλογές, επιλογές έχουν μόνον οι δυνατοί. Οι αδύναμοι, όπως εγώ, έχουν μόνο υπομονή».

Εάν εξωτισμός για τους Αγγλους είναι τα πουλόβερ, η επίπλωση και τα τοπία, και για τους Αμερικανούς η προτεραιότητα της σκέψης για την ανεύρεση του δολοφόνου με την τεχνολογία τύπου CSI να έρχεται απλώς επικουρικά, για εμάς εξωτισμός είναι τα χαρακτηριστικά μιας ευνομούμενης νεωτερικής κοινωνίας, είναι ο εξωτισμός μιας διαφορετικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που αμφισβητεί τους θεσμούς, όχι επειδή τους απαξιώνει ως τέτοιους, αλλά διότι απαιτεί την εμπιστοσύνη που προκύπτει από την καταγεγραμμένη σύμβαση των δύο μερών. Την «εμπιστοσύνη», εξάλλου, καταγράφουν ως πρώτο παράγοντα ευτυχίας οι έρευνες των διεθνών ινστιτούτων που, από το 1974, φέρνουν πάντα πρώτους τους Δανούς στην κατάταξη των ευτυχισμένων εθνών.

Μιας κοινωνίας όπου η «γοητεία της μαγκιάς» δεν έχει καμιά θέση στην πορεία του ανθρώπου για την ευτυχία, στον δρόμο για την αποδοχή, και όπου, για παράδειγμα, η «απολογία» και ο αυτοοικτιρμός τύπου Βούτση πέφτουν κατευθείαν στα άχρηστα και βιολογικώς διασπώμενα για να μη βλάψουν περαιτέρω το κοινωνικό περιβάλλον.

Δικαίωμα στην ατομικότητα

Σε σειρές όπως η «Γέφυρα» βλέπουμε έναν τύπο ανθρώπου του οποίου οι πράξεις και οι σκέψεις διαπνέονται από το δικαίωμα στην ατομικότητα και την ευθύνη απέναντι στους άλλους και στα σημαντικά ζητήματα για τη λειτουργία μιας κοινωνίας: ειλικρίνεια, δικαιοσύνη, θεσμοί, υπευθυνότητα, παιδεία. Βλέπουμε την ανάδειξη του προβλήματος και την αποδοχή του, προκειμένου να βρεθεί η λύση, είτε πρόκειται για κρατική διαφθορά είτε για ένα ψέμα που ειπώθηκε ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Είναι, ίσως, και κάπως ανακουφιστικό, σε μια εποχή παγκοσμιοποιημένης αταξίας και συνεπακόλουθης ανασφάλειας, να βλέπεις την ενσάρκωση του καντιανού υποκειμένου: τη σταθερότητα της υπακοής σε ό,τι ελεύθερα το ίδιο το άτομο αποφάσισε, ορίζοντας αυτήν την αρχή ως θεμέλιο της αξιοπρέπειάς του.

Κάπου εδώ μπορεί να βρίσκονται και ψήγματα εξήγησης των πρόσφατων αποφάσεών τους σχετικά με τους πρόσφυγες και τη μεταναστευτική πολιτική. Η ισότιμη συμμετοχή και όχι η φιλανθρωπία είναι το θεμέλιο της κοινωνίας τους, και μέχρι τώρα τουλάχιστον διεκδικούν δικαίως την καλύτερη ενσωμάτωση των μεταναστών. Η ανταπόδοση των προνομίων που εξασφαλίζει το κοινωνικό κράτος με βάση τις δυνατότητες του καθενός δεν εμποδίζει την προστασία του απολύτως αδυνάμου, αφού οι κανόνες λειτουργίας του κράτους τους είναι τέτοιοι ώστε να υπάρχουν οι τρόποι που θα επιτρέψουν, έστω και την ελάχιστη συμμετοχή, ακόμα και του πλέον αδυνάμου.

Πρωταγωνιστούν γυναίκες ντετέκτιβ

Σάγκα Νοριέν  (Σοφία Χελίν) και Σάρα Λουντ (Σόφι Γκράμπολ) είναι τα ονόματα των γυναικών ντετέκτιβ που πρωταγωνιστούν, αντιστοίχως, στη «Γέφυρα» (Bron) και στο «The Killing», και κάθε πικραμένη Ελληνίδα φεμινίστρια (εμού συμπεριλαμβανομένης) θα βρει τη λογική δικαίωση στη θέση τους ως επικεφαλής της έρευνας, στο γεγονός ότι αρχηγοί της αστυνομίας είναι γυναίκες, σε κάθε έκφραση της γυναικείας υπόστασης σε πλαίσιο φυλετικής ισοτιμίας.

Από… αστυνομικής απόψεως και οι δύο σειρές δεν πραγματεύονται παρά τα κλασικά: ένα έγκλημα ή ένας κατά συρροήν δολοφόνος με πολλαπλές επιδόσεις που, κατ’ αρχάς τουλάχιστον, μπερδεύουν την αστυνομία. Υπoπτοι πάνε κι έρχονται μέχρι να βρεθεί ο ένοχος. Και τελικά βρίσκεται. Στο μεταξύ όμως, όλα έχουν συνδεθεί με ζητήματα ή «αγωνίες» που ταλανίζουν την κοινωνία τους: πόσο ηθικά είναι τα πειράματα σε ζώα; Σε ποιο βαθμό η καλυτέρευση της ζωής μας βλάπτει το περιβάλλον και τι κάνουμε γι’ αυτό; Τι πρέπει να γίνει με έναν πολιτικό που προδίδει την εμπιστοσύνη των πολιτών;

Είναι σωστή η «πολιτική των κοινωνικών προτύπων», που θέλει μετανάστες απόλυτα ενταγμένους στη δανική κοινωνία, να προβάλλονται ως πρότυπα, ή συνιστά υποκρισία; Ολα αυτά χωρίς να χάνεται ούτε μια στιγμή νουάρ αγωνίας και φυσικά, στο τέλος, ούτε ο δολοφόνος.