ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καταλύτης η πανδημία για τη δημοσιονομική ένωση της Ευρωζώνης

Σήμερα η Ευρωζώνη δεν διαθέτει όπως οι άλλες νομισματικές ζώνες ένα κεντρικό υπουργείο Οικονομικών, ένα εργαλείο δημοσιονομικής φύσης και μια συνεκτική τραπεζική ένωση.

Η ανάκαμψη και η προοπτική της Ευρωζώνης δεν θα εξαρτηθούν μόνον από μια σωστή αντιμετώπιση της πανδημίας αλλά από το αν οι ηγέτες της Ευρωζώνης θα επισπεύσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις όπως την ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και την ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων.

Οπως επισημαίνει σχετικό δημοσίευμα των Financial Times, το σοβαρότερο ερώτημα για την Ευρωζώνη είναι κατά πόσον θα αποτελέσει η πανδημία την κρίσιμη καμπή που θα ωθήσει τους πολιτικούς ηγέτες να προχωρήσουν σε αποφασιστικά βήματα και να διευθετήσουν τα κενά που άφησαν στη νομισματική ένωση όταν τη δημιούργησαν το 1999. 

Η Ευρωζώνη δεν διαθέτει όσα έχουν οι άλλες νομισματικές ζώνες όπως ένα κεντρικό υπουργείο Οικονομικών, έναν υπουργό Οικονομικών, ένα εργαλείο δημοσιονομικής φύσης για την τόνωση της οικονομίας σε περιόδους επιβράδυνσης, κοινή έκδοση χρέους και μια συνεκτική τραπεζική ένωση. Εχει, άλλωστε, μείνει πίσω σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα ως προς την πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη και τις άλλες ψηφιακές τεχνολογίες.

Υπό μία έννοια η πανδημία λειτουργεί ως καταλύτης και δίνει ώθηση στις προσπάθειες για περαιτέρω ολοκλήρωση της Ευρωζώνης. Δεν είναι, όμως, σαφές αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις θα βγουν από αυτήν την κρίση περισσότερο προετοιμασμένες για να αντιμετωπίσουν τους ανταγωνιστές τους από τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Η κλίμακα της οικονομικής κρίσης δεν έχει προηγούμενο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά  εξίσου άνευ προηγουμένου είναι και τα μέτρα που έλαβαν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης. Τόσο σε μέγεθος όσο και σε σχεδιασμό υπερβαίνουν τα έκτακτα μέτρα που έλαβαν προ δεκαετίας στη διάρκεια της κρίσης χρέους και της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να αυξήσουν τις δαπάνες τους και τα ελλείμματά τους αλλά η σημαντικότερη κίνηση από την οποία θα κριθούν πολλά είναι το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισεκατομμυρίων ευρώ που αποφάσισαν να θεσπίσουν τον Ιούλιο. Το εν λόγω Ταμείο αποτελεί μεγάλο βήμα για την Ε.Ε. που για πρώτη φορά δανείζεται από τις χρηματαγορές για να χρηματοδοτήσει μεταβιβάσεις κεφαλαίων στα κράτη-μέλη της. Ο Ζαν Πισανί Φερί, οικονομολόγος του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου με έδρα τη Φλωρεντία, τονίζει πως το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί «στοίχημα υψηλού ρίσκου». Οπως σημειώνει ο ίδιος, «αν επιτύχει το σχέδιο, θα προλειάνει το έδαφος για περαιτέρω πρωτοβουλίες και ίσως τελικά για μια δημοσιονομική ένωση παράλληλη με τη νομισματική ένωση που θεσπίστηκε πριν από δύο δεκαετίες».

Ο ίδιος προειδοποιεί, ωστόσο, πως «αν το πρόγραμμα δεν αποφέρει καρπούς στους στόχους που έχει θέσει, αν υπερισχύσουν τα πολιτικά συμφέροντα και όχι η οικονομική αναγκαιότητα, τότε οι φιλοδοξίες για ομόσπονδη Ε.Ε. θα ξεχαστούν για πολλά χρόνια». Και τα ερωτήματα γύρω από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι τρία: πόσο γρήγορα θα ενεργοποιηθεί, αν θα κάνουν οι κυβερνήσεις χρήση του συνόλου των 750 δισεκατομμυρίων ευρώ και τελικά αν τα κεφάλαιά του θα διοχετευθούν σε χρήσιμες επενδύσεις.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, μέσα στο επόμενο έτος θα διατεθεί λιγότερο από το 10% του συνόλου των κεφαλαίων. Τα υπόλοιπα θα διανεμηθούν κυρίως  από το 2022 ώς και το 2024. Οπως τονίζει ο Πισανί Φερί, είναι  σημαντικό οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να μην ανακαλέσουν τα προγράμματα στήριξης μέσα στο επόμενο έτος. Βάσει του σχεδιασμού του Ταμείου Ανάκαμψης, οι χώρες με μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ιταλία, Πορτογαλία και η Ισπανία θα αντλήσουν τα μεγαλύτερα οφέλη από το Ταμείο όπως, άλλωστε, και οι χώρες της Βαλτικής, η Σλοβακία και η Σλοβενία. Απομένει να διαπιστώσουμε κατά πόσον η τολμηρή αυτή πρωτοβουλία, αναμφίβολα η τολμηρότερη μετά την ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης το 1957, θα γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις πλουσιότερες και τις φτωχότερες χώρες της Ευρωζώνης.