ΤΟΥΡΚΙΑ

Νίκησαν κατά κράτος τον Ερντογάν οι αγορές

nikisan-kata-kratos-ton-erntogan-oi-agores0

Ενα είδος κατά κράτος ήττας του Ταγίπ Ερντογάν και της δημαγωγίας του με μια στροφή της Τουρκίας στην ορθόδοξη νομισματική και οικονομική πολιτική σηματοδοτεί, προς το παρόν τουλάχιστον,  η απόφαση που έλαβε χθες η Τράπεζα της Τουρκίας, υπό τη νέα ηγεσία της, να αυξήσει τα επιτόκια της τουρκικής λίρας στο 15%.

Η κίνηση έρχεται 10 ημέρες μετά την ανατροπή-σοκ στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Ερντογάν, που οικονομικοί αναλυτές, επενδυτές και γενικότερα όλοι οι παράγοντες της αγοράς ερμήνευαν μεν ως ένδειξη αλλαγής πολιτικής, αλλά διατηρούσαν επιφυλάξεις για τις προθέσεις του Τούρκου προέδρου.

Ο λόγος ήταν, βέβαια, πως ο Ταγίπ Ερντογάν έχει εδώ και χρόνια αποδυθεί σε έναν ανένδοτο αγώνα κατά των επιτοκίων, χαρακτηρίζοντας το κόστος του δανεισμού «μητέρα και πατέρα όλων των δεινών», «εργαλείο εκμετάλλευσης» και «όργανο των εχθρών της Τουρκίας». Στόχος του, βέβαια, ήταν απλώς να διασφαλίσει τη δημοτικότητά του και την επιβίωση της κυβέρνησής του, προωθώντας μιαν οικονομική ανάπτυξη βασισμένη στον ανεξέλεγκτο δανεισμό. 

Δεδομένου, άλλωστε, ότι έχει παίξει το χαρτί του πιστού μουσουλμάνου, ο Ερντογάν έχει κατά καιρούς περιβάλει τη ρητορική του κατά του κόστους του δανεισμού με την επίκληση του Ισλάμ, που απαγορεύει τον τόκο.

Οι επιφυλάξεις της αγοράς ήταν δικαιολογημένες, άλλωστε, και για έναν ακόμη λόγο. Δεν ήταν πρώτη φορά που ο Τούρκος πρόεδρος απέπεμψε τον κεντρικό τραπεζίτη. Ο Μουράτ Ουισάλ, κεντρικός τραπεζίτης μέχρι πριν από 10 ημέρες, είχε απλώς την  ίδια τύχη με τον προκάτοχό του, Μουράτ Τσετίνκαγια, τον οποίο απέπεμψε ο Ερντογάν το 2019 ως μη επαρκώς υπάκουο. Λίγο καιρό πριν ο Τσετίνκαγια είχε τολμήσει μια θεαματική αύξηση των επιτοκίων της τουρκικής λίρας στο 24%.

Είχε επιτύχει, έτσι, να ανακόψει τη συνεχή πτώση του νομίσματος και να δώσει τέλος στην προηγούμενη νομισματική κρίση στην οποία είχε βυθιστεί η Τουρκία το 2018 εν τω μέσω μιας διπλωματικής κρίσης με την Ουάσιγκτον. Και βέβαια, είχε ανακόψει και τον πληθωρισμό, που τους ίδιους εκείνους μήνες κάλπαζε σε επίπεδα γύρω στο 20%. Η αποπομπή του τότε αποσκοπούσε σαφώς στην αντικατάστασή του με τον Ουισάλ, τον οποίο ο Ερντογάν θεωρούσε πιο πειθήνιο.

Αυτή τη φορά, όμως, η αντικατάσταση του Ουισάλ φαίνεται να υπόσχεται στροφή της νομισματικής πολιτικής εάν κρίνει κανείς από την πρώτη κίνηση του νέου κεντρικού τραπεζίτη, πρώην υπουργού Οικονομικών και οπαδού της ορθόδοξης οικονομικής πολιτικής, Νατσί Αγκμπάλ. 

Οπως, άλλωστε, διέρρευσε μόλις ανέλαβε καθήκοντα ο Αγκμπάλ, φαίνεται πως ο νέος κεντρικός τραπεζίτης ενημέρωσε τον Ταγίπ Ερντογάν ότι έχουν κυριολεκτικά στερέψει τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας εξαιτίας των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων στην αγορά συναλλάγματος με σκοπό τη στήριξη του νομίσματος χωρίς αύξηση των επιτοκίων. Μεταξύ πολλών άλλων, φημολογείται τις τελευταίες ημέρες πως ο Ερντογάν είχε  αποφύγει όσους ασκούσαν κριτική στην πολιτική του και είχε βασιστεί στους υπάκουους συμβούλους του σε τέτοιο βαθμό ώστε βρέθηκε προ δυσάρεστης έκπληξης και αναγκάστηκε να ανακαλέσει τη ρητορική του. Αυτήν την εντύπωση έδωσε προ ημερών, όταν υποσχέθηκε να μην παρεμβαίνει πλέον στο έργο της κεντρικής τράπεζας.

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί πως η αύξηση των επιτοκίων κατά 4,75 εκατοστιαίες μονάδες θα μπορούσε, κατά ορισμένους αναλυτές, να είναι ακόμη πιο επιθετική. Ζητούμενο ήταν, όμως στην παρούσα φάση, να διαμηνύσει η κεντρική τράπεζα πως έχει το ελεύθερο από τον Ερντογάν να προχωρήσει στις ενδεδειγμένες κινήσεις. Οπως τόνισε ο Τζέισον Τιούβεϊ, αναλυτής αναδυόμενων αγορών της Capital Economics Ehsan Khoman, μιλώντας στους Financial Times, «η κεντρική τράπεζα έπρεπε να πείσει τις αγορές, να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της και να αποδείξει πως είναι προβλέψιμη και έκανε ακριβώς αυτό».