ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυστηρότερες οι διεθνείς αρχές αεροπλοΐας

FILE PHOTO: Delta Air Lines passenger planes are seen parked due to flight reductions made to slow the spread of coronavirus disease (COVID-19), at Birmingham-Shuttlesworth International Airport in Birmingham, Alabama, U.S. March 25, 2020.  REUTERS/Elijah Nouvelage/File Photo  GLOBAL BUSINESS WEEK AHEAD

Οι παγκόσμιες ρυθμιστικές αρχές για την ασφάλεια των πτήσεων δεν έχουν ακόμη δώσει τη συγκατάθεσή τους για να επανέλθει στους αιθέρες το Boeing 737 MAX, παρά το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Αρχή Αεροπλοΐας στις ΗΠΑ (FAA) αποφάσισε να θέσει τέλος στην καθήλωση των εν λόγω αεροσκαφών. Και αυτό δείχνει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί σε διεθνή κλίμακα με αφορμή τα δύο τραγικά δυστυχήματα με τα 737 ΜΑΧ. Στις 19 Μαρτίου 2019, όταν το δεύτερο ΜΑΧ συνετρίβη μέσα σε διάστημα πέντε μηνών και ο συνολικός φόρος αίματος έφθασε τους 346 νεκρούς, η Κίνα αμέσως καθήλωσε τα αεροσκάφη αυτού του τύπου. Αποτέλεσμα ήταν να απαγορευθούν μαζικά και σε παγκόσμια κλίμακα οι πτήσεις. Το ότι συνέβη αυτό δείχνει την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην αεροδιαστημική και στο διεθνές σκηνικό συνολικά. Σήμερα, εντούτοις, η αντίστροφη διαδικασία της αποδέσμευσης των αεροσκαφών 737 ΜΑΧ θα απαιτήσει ημέρες, εβδομάδες ή και μήνες, διότι οι ξένες Αρχές αεροπλοΐας και ασφάλειας πτήσεων εξετάζουν τα πεπραγμένα της FAA και επιβάλλουν τους δικούς τους όρους.

Στο παρελθόν, οι εν λόγω Αρχές ανά τον κόσμο αμέσως έσπευδαν να ακολουθήσουν τις οδηγίες της Ομοσπονδιακής Αρχής Αεροπλοΐας, στην οποία πιστωνόταν ο πρωτοπόρος ρόλος της στην ασφάλεια των πτήσεων. Με τα σημερινά δεδομένα, πολλές από αυτές προβληματίζονται για το εάν θα δείξουν πως ακολουθούν τη γραμμή των Αμερικανών, ιδίως εφόσον αποδείχθηκε πως οι τελευταίοι διεξήγαγαν ανεπαρκή εποπτεία στην Boeing. Ο Καναδάς και η Βραζιλία, δύο χώρες με βαρύτητα στον κλάδο της αεροναυπηγικής, αναμένεται να ολοκληρώσουν τις διεργασίες εντός των προσεχών εβδομάδων. Στα μέσα της εβδομάδας, ωστόσο, αμφότερες δήλωσαν ότι ακόμη δεν έχουν αποφασίσει τελικώς. «Πιστεύω πως οι χώρες πλέον δείχνουν λίγο περισσότερο επικριτικές ως προς τη διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικού αξιοπλοΐας», επισημαίνει ο Μάικ Ντάνιελ, πρώην εμπειρογνώμων της FAA στην έκδοση πιστωτικών και ερευνητής ατυχημάτων με έδρα τη Σιγκαπούρη. «Ευελπιστώ πως θα είναι περισσότερο αυστηροί ως προς τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν οι αεροπορικές εταιρείες με γνώμονα την εκπαίδευση των πιλότων τους». Στον συγκεκριμένο κλάδο, με εκατοντάδες διαφορετικούς αρμόδιους φορείς, είναι ζωτικής σημασίας να μπορούν να συνεργάζονται και να συντονίζονται οι ρυθμιστικές Αρχές του.

Διαθέτοντας μία Αρχή όπως η ομοσπονδιακή των ΗΠΑ, η οποία επωμίζεται και το βαρύ καθήκον να δώσει το πράσινο φως για ένα μοντέλο αμερικανικού αεροσκάφους, σημαίνει πως μειώνονται το κόστος και ο χρόνος, διότι οι ομόλογοι αξιωματούχοι στο εξωτερικό μπορούν να επικυρώσουν τα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται να τα αναπαραγάγουν. Τα σχετικά αναφέρει ο αναλυτής της Teal Group, Ρίτσαρντ Αμπουλαφία. «Αυτό που πραγματικά χρειάζεται η FAA, είναι περισσότεροι πόροι», προσθέτει. Εκείνη η ρυθμιστική αρχή η οποία αναδείχθηκε πολύ ισχυρότερη από την κρίση του Boeing MAX 737, δεν είναι άλλη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροπορίας (ΕΑSΑ), ο οποίος επιβλέπει την Airbus αντιστοίχως στο πλαίσιο της Ε.Ε. O εν λόγω οργανισμός συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία ελέγχου των αλλαγών στο ΜΑΧ και πρόκειται να εξετάσει πολύ ενδελεχέστερα μελλοντικά αεροσκάφη όπως το 777Χ της Boeing, ενώ, εκ παραλλήλου, η FAA θα έχει ανάλογο λόγο στα νέα τζετ της Airbus. Η επιρροή της EASA, λοιπόν, έχει καταστεί μεγαλύτερη, διότι άλλες Αρχές αναμένουν τη δική της κρίση παρά να αντιγράψουν απλά τη FAA.

Σύμφωνα με δηλώσεις εκπροσώπου της Αρχής Ασφαλείας Πολιτικής Αεροπορίας της Αυστραλίας, «συνεργαζόμαστε με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροπορίας από τις πρώτες ημέρες που προέκυψαν τα προβλήματα, και η θέση του θα ληφθεί υπ’ όψιν». Τέλος, όπως ανέφεραν πηγές του κλάδου της αεροναυπηγικής, ο ΕΑSA ίσως ανακοινώσει την απόφασή του την επόμενη εβδομάδα, ενώ θα προβλέπεται και περίοδος σχολιασμού της διάρκειας 30 ημερών.