ΑΠΟΨΗ

Δεν μπορεί να υπάρξει βιομηχανία χωρίς ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας

den-mporei-na-yparxei-viomichania-choris-antagonistikes-times-energeias-561181192

Εάν για την Ευρώπη ήταν αναπτυξιακό ζητούμενο πριν από την πανδημία η ενίσχυση του ρόλου της βιομηχανίας, για την Ελλάδα της διαλυμένης παραγωγικής βάσης και της υψηλής ανεργίας, στις νέες διαμορφούμενες συνθήκες μετά την πανδημία, η παραγωγική ανασυγκρότηση αποτελεί αδήριτη ανάγκη και προϋπόθεση εξόδου από τη νέα, ίσως και χειρότερη, κρίση.

Στη χώρα μας παραμένουν άλυτα βασικά και θεμελιώδη προβλήματα, με πρώτο και κυρίαρχο το ενεργειακό: πολύ απλά, χωρίς ανταγωνιστική τιμή ενέργειας δεν μπορεί να υπάρξει βιομηχανία. Η ελληνική αγορά την τελευταία πενταετία αφενός παραμένει η ακριβότερη στην Ευρώπη, αφετέρου οι τιμές της διατηρούνται σε επίπεδο υψηλότερο κατά 40% από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών αγορών.

Η κύρια αιτία για τις υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική αγορά εντοπίζεται στα δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς, η οποία έχει χαρακτηριστικά εδραιωμένου ολιγοπωλίου. Η αλλαγή στο μείγμα καυσίμου με ταυτόχρονη αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ δεν επαρκούν για να διαμορφώσουν συνθήκες στοιχειώδους ανταγωνισμού σε μια αγορά χωρίς επαρκείς διεθνείς διασυνδέσεις, η οποία μονοπωλείται από συγκεκριμένους καθετοποιημένους παίκτες.

Οι βασικές επιλογές σχεδιασμού των νέων αγορών, ήτοι κεντρικού ελέγχου στην αγορά εξισορρόπησης από τον διαχειριστή του συστήματος, και προσφορές ανά μονάδα και όχι ανά portfolio στην αγορά επόμενης ημέρας, ήταν περισσότερο από βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε πολύ υψηλότερες τιμές σε όλες τις αγορές. Αποφασίστηκε μάλιστα ως προσωρινό μέτρο(;) η επιβολή περιορισμού στα διμερή συμβόλαια που μπορεί να συνάπτει ένας προμηθευτής, ώστε να υπάρχει επαρκής ρευστότητα στην αγορά επόμενης ημέρας και οι τιμές να αντιπροσωπεύουν το πραγματικό κόστος παραγωγής των θερμικών μονάδων. Ενα μέτρο, δηλαδή, που δίνει τη δυνατότητα σε όποιον παίκτη θέλει να ανεβάσει τις τιμές στην αγορά, όταν είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει ίχνος ανταγωνισμού στην αγορά, καθώς η λιγνιτική παραγωγή δεν είναι πλέον ανταγωνιστική στις σημερινές συνθήκες.

Ολα τα παραπάνω, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει σε λειτουργία μηχανισμός επιτήρησης της αγοράς που να ελέγχει εάν υπάρχουν συμπεριφορές χειραγώγησης των τιμών ή ακόμη και συμπεριφορές ολιγοπωλίου, ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε υψηλότερες τιμές.

Είχαμε εγκαίρως επισημάνει το γεγονός ότι η λειτουργία των νέων αγορών στο πλαίσιο του target model δεν μπορεί από μόνη της να διαμορφώσει συνθήκες ανταγωνισμού οι οποίες θα ρίξουν τις τιμές της αγοράς στα ευρωπαϊκά επίπεδα, αντίθετα, ήταν απολύτως βέβαιο ότι θα υπήρχε αύξηση των τιμών, ειδικότερα σε εποχές υψηλής ζήτησης.

Σχεδόν ένα μήνα μετά τη λειτουργία της νέας αγοράς επιβεβαιώνονται οι φόβοι μας. Το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης εκτοξεύτηκε στα 16 ευρώ/Μwh! Σε μεγάλο βαθμό αυτή η αύξηση οφείλεται στο γεγονός ότι ο διαχειριστής του συστήματος αναγκάζεται να τροποποιήσει σε μεγάλο βαθμό την αρχική ένταξη των μονάδων στην αγορά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες εξισορρόπησης του συστήματος, υπηρεσίες που προσφέρονται σε πολύ υψηλές τιμές ελλείψει ανταγωνισμού.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι υψηλές τιμές δίνουν το σύνθημα στην αγορά ότι υπάρχει ευκαιρία και χώρος να κατασκευαστούν νέες μονάδες, οι οποίες θα μπορούν να προσφέρουν ευέλικτη ισχύ, αγνοώντας το γεγονός ότι οι νέες μονάδες παραγωγής, των οποίων έχει ανακοινωθεί και προγραμματίζεται η κατασκευή, κατά σύμπτωση ανήκουν στους ίδιους παίκτες οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην αγορά.

Ο Ρυθμιστής οφείλει άμεσα να ελέγξει εάν πίσω από την πολιτική προσφορών των συμμετεχόντων στην αγορά επόμενης ημέρας υπάρχει σκοπιμότητα μεγιστοποίησης κερδών από την αγορά εξισορρόπησης.

Πιθανολογείται ότι οι ευέλικτες μονάδες, γνωρίζοντας ότι ο διαχειριστής του συστήματος έχει ανάγκη διαθέσιμης αξιόπιστης τόσο ανοδικής ενέργειας όσο και καθοδικής, ιδιαίτερα κατά τη δύση του ηλίου, προσαρμόζουν τις προσφορές τους στην αγορά επόμενης ημέρας έτσι ώστε είτε να εντάσσονται με την πλήρη ισχύ τους είτε να μην εντάσσονται καθόλου.  

Η αύξηση των τιμών στην αγορά πιθανότατα θα οδηγήσει σε σύντομο διάστημα σε κλείσιμο της αγοράς στη λιανική, καθώς οι μη καθετοποιημένοι προμηθευτές θα αναγκαστούν να αυξήσουν τις τιμές τους, με αποτέλεσμα να χάσουν το μερίδιο τους στην αγορά, το οποίο σήμερα δεν είναι αμελητέο.

Αλήθεια, ποιοι είναι ωφελημένοι από την υπερβολική αύξηση των τιμών στην αγορά; Ποια γενικότερη στρατηγική εξυπηρετείται;
Ως βιομηχανία θα προβούμε σε κάθε απαραίτητη θεσμική παρέμβαση προς όλες τις αρμόδιες αρχές, εθνικές και ευρωπαϊκές, ώστε να αποτραπεί η εμφάνιση πρακτικών ολιγοπωλίου στην αγορά.     

Σίγουρα, πάντως, απομυθοποιείται το γεγονός ότι οι ΑΠΕ είναι φθηνές, γιατί το όποιο κόστος της αγοράς εξισορρόπησης οφείλεται κυρίως στις ΑΠΕ. 

Αναφορικά με την προγραμματιζόμενη ανάπτυξη των ΑΠΕ, δυστυχώς επαναλαμβάνουμε τα λάθη του παρελθόντος, το κόστος των οποίων ακόμη και σήμερα πληρώνει ο Ελληνας καταναλωτής. Το κόστος επιδότησης των ΑΠΕ, κυρίως λόγω της υψηλής αποζημίωσης των Φ/Β που έρχεται από το παρελθόν, είναι 1,8 δισ. ευρώ σε μια αγορά των 6 δισ. ευρώ, και θα βαίνει αυξανόμενο. Και τούτο διότι, ενώ εξαγγέλθηκε ότι στο μέλλον οι ΑΠΕ θα συμμετέχουν με όρους αγοράς, συνεχίζονται οι διαγωνισμοί στους οποίους ξένοι επενδυτές κατοχυρώνουν σημαντικά υψηλές εγγυημένες τιμές, γεγονός που θα οδηγήσει σε νέο έλλειμμα στον ΕΛΑΠΕ.

Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης των ΑΠΕ είναι λανθασμένο και στρεβλώνει τη λειτουργία της αγοράς, ενώ, αντίθετα, η υποχρεωτική δραστηριοποίηση των επενδυτών ΑΠΕ ουσιαστικά με οικονομικές προσφορές στην αγορά θα δημιουργήσει συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, δημιουργώντας μια εναλλακτική προμήθεια για τη βιομηχανία πλην των καθετοποιημένων παραγωγών.   

Επίσης, ούτε η σύζευξη της αγοράς μας με εκείνες της Βουλγαρίας και Ιταλίας δεν θα λειτουργήσει στην πράξη τουλάχιστον έως το 2025, καθώς οι δημοπρατούμενες δυναμικότητες των διασυνδέσεων δεν επαρκούν ώστε να μην καταγράφεται με μεγάλη συχνότητα συμφόρηση στα σύνορα.  

Η κυβέρνηση πρόσφατα εξήγγειλε μια σειρά από μέτρα στην κατεύθυνση στοχευμένης μείωσης του κόστους των ρυθμιζόμενων χρεώσεων για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών για κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ενέργειας. Ωστόσο, δυστυχώς μέχρι σήμερα έχουμε μείνει στις εξαγγελίες.   

Η αβεβαιότητα γύρω από το ενεργειακό κόστος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για νέες βιομηχανικές επενδύσεις και ακυρώνει νέα επενδυτικά πλάνα. Οφείλει η κυβέρνηση να συνειδητοποιήσει ότι χωρίς ανταγωνιστική τιμή ενέργειας η χώρα θα παραμείνει βιομηχανικός ουραγός της Ευρώπης και δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει τη νέα κρίση.  

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι πρόεδρος του Δ.Σ. της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας.