ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρίσιμη η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας για τη χώρα

krisimi-i-apokatastasi-tis-dimosionomikis-isorropias-gia-ti-chora-561189034

Tην ανάγκη να αποκατασταθεί η δημοσιονομική ισορροπία όταν ολοκληρωθεί η ανάκαμψη της οικονομίας, προκειμένου να μη χαθεί η εμπιστοσύνη των αγορών στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας, υπογραμμίζει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, στην έκθεση του γ΄ τριμήνου 2020 που παρουσίασε χθες ο επικεφαλής του, Φραγκίσκος Κουτεντάκης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γραφείου, το ενοποιημένο πρωτογενές έλλειμμα γενικής κυβέρνησης το 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου φέτος ήταν 6,980 δισ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 3,832 το 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2019, που μεταφράζεται σε μια επιδείνωση 10,811 δισ. ευρώ σε ένα χρόνο. Ωστόσο, σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας παραμένουν βραχυχρόνια διαχειρίσιμες, λόγω της χαλάρωσης του συμφώνου σταθερότητας και της διευκολυντικής πολιτικής της ΕΚΤ. Το δεύτερο κύμα της πανδημίας εντείνει την αβεβαιότητα και τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους, έχει άγνωστη διάρκεια και όσο παρατείνεται, τόσο μεγαλώνει ο χρόνος αποκατάστασης των οικονομικών ζημιών, υποστηρίζει το Γραφείο. Το ήδη υψηλό χρέος της Ελλάδας θα αυξηθεί περαιτέρω, και αυτό επιβάλλει την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Γραφείο, είναι αναγκαία η εκπόνηση μιας στρατηγικής διαχείρισης της πανδημίας που δεν θα περιορίζεται στις μεταβιβάσεις και φοροαπαλλαγές, αλλά θα στοχεύει στην ενίσχυση της δημόσιας υγείας, της εκπαίδευσης, και των μέσων μαζικής μεταφοράς, προκειμένου να περιοριστεί η διάδοση της πανδημίας βραχυπρόθεσμα και να αναβαθμιστεί το επίπεδο των δημόσιων υπηρεσιών μεσοπρόθεσμα.

Ταμείο Ανάκαμψης

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η έκθεση του Γραφείου υποστηρίζει ότι τα θετικά νέα θα προέλθουν από το εμβόλιο και από τις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, επισημαίνει ότι οι περισσότερες από τις προτάσεις της έκθεσης Πισσαρίδη έχουν σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος, γι’ αυτό και πρέπει να δοθεί έμφαση στην υλοποίηση εκείνων που συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες συναίνεσης. Ως τέτοιες αναφέρει όσες οδηγούν στην αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου, στη βελτίωση των όρων συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, στην πράσινη ανάκαμψη και στην ψηφιακή μετάβαση.

Σύμφωνα με την έκθεση, ωστόσο, «αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική πρόκληση η ταχεία απορρόφηση και η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων».

Η έκθεση επίσης επισημαίνει ότι στον τομέα της προστασίας της απασχόλησης η Ελλάδα είχε καλή επίδοση, παρά το γεγονός ότι πάνω από το 25% των εργαζομένων είτε τέθηκαν σε αναστολή απασχόλησης, είτε είδαν το ωράριό τους να μειώνεται το δεύτερο τρίμηνο. «Την περίοδο αυτή η ελληνική οικονομία απώλεσε λιγότερο από το 2% των θέσεων εργασίας, ενώ στην Ισπανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πάνω από 6,5% και στην Ιταλία και την Πορτογαλία μεταξύ 3,5% και 5%».

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 708 εκατ. ευρώ το ίδιο διάστημα έναντι αύξησης 502 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο 9μηνο του 2019.  Σε ό,τι αφορά τις εκκρεμείς συντάξεις, σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσε τελικά στη διάθεση του Γραφείου ο ΕΦΚΑ, ο συνολικός αριθμός των αιτήσεων μειώθηκε από 164.680 στο τέλος Ιουνίου 2020 και εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 640 εκατ. ευρώ, σε 163.224 και εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 620 εκατ. ευρώ. Οι ληξιπρόθεσμες (εκκρεμείς πάνω από 90 μέρες) αιτήσεις συνταξιοδότησης μειώθηκαν από 138.323 στο τέλος Ιουνίου και εκτιμώμενη δαπάνη περίπου 633 εκατ. ευρώ, σε 133.354 και εκτιμώμενη δαπάνη 608 εκατ. ευρώ στο τέλος Σεπτεμβρίου. Η μείωση του τελευταίου τριμήνου ήταν η πρώτη από τις αρχές του 2019.