ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ισχυρή παραμένει η ζήτηση για γαιάνθρακα

ischyri-paramenei-i-zitisi-gia-gaianthraka-561189433

Ενόσω η παγκόσμια οικονομία εξέρχεται από την κρίση, η κατανάλωση γαιάνθρακα αναμένεται να ανακάμψει από την απότομη πτώση της κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η ζήτηση του συγκεκριμένου εμπορεύματος παραμένει ισχυρή και συμβάλλει στην τροφοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης στις αναδυόμενες αγορές. Πολλές χώρες, ωστόσο, που αναζητούν ένα πιο βιώσιμο μέλλον, έχουν λάβει μέτρα ώστε να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Υπάρχουν εμπόδια, όμως, τα οποία δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν, επειδή όσοι εργάζονται στην εν λόγω βιομηχανία εξαρτούν από αυτήν τον βιοπορισμό τους. Οι πράσινες επενδύσεις και η τεχνολογική πρόοδος μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχο της ανάκαμψης στη χρήση γαιάνθρακα, να επιταχύνουν τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, αλλά και να διευκολύνουν τη μετάβαση για τους ανθρακωρύχους και όσους εξαρτάται η ζωή τους από το εμπόρευμα αυτό.

Ο γαιάνθρακας παράγει το 44% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και η καύση του εκπέμπει υπερδιπλάσιο διοξείδιο από το φυσικό αέριο για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας ενέργειας. Παράλληλα, απελευθερώνει διοξείδιο του θείου, οξείδιο του αζώτου, σωματίδια και υδράργυρο στον αέρα, στα ποτάμια, στα ρέματα και στις λίμνες. Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και υπάρχουν τεκμηριωμένες μελέτες πως οι εκπομπές από την καύση γαιάνθρακα βλάπτουν την υγεία. Ιατρικές εκθέσεις της βρετανικής κυβέρνησης εκτιμούν πως 4.000 άνθρωποι πέθαναν ως άμεση συνέπεια του δηλητηριώδους νέφους που δημιουργήθηκε στο Λονδίνο το 1952 από την καύση του γαιάνθρακα και του ντίζελ των οχημάτων.

Υπάρχει μια ισχυρή σχέση μεταξύ του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης και της κατανάλωσης γαιάνθρακα, ενώ οι χώρες μεσαίων εισοδημάτων συνήθως εξαρτώνται από αυτόν. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, οι προηγμένες οικονομίες αύξησαν γρήγορα την εξάρτησή τους από τον γαιάνθρακα. Οταν τα εισοδήματα συνέχισαν να αυξάνονται, το καύσιμο αντικαταστάθηκε αργά με πιο αποδοτικές και λιγότερο ρυπογόνες εναλλακτικές, όπως το πετρέλαιο, η πυρηνική ενέργεια, το φυσικό αέριο και, πιο πρόσφατα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η μείωση της χρήσης γαιάνθρακα διακόπηκε στη δεκαετία του 1970 και μετά αντιστράφηκε εν μέρει εξαιτίας τριών παραγόντων, των ανησυχιών για την ενεργειακή ασφάλεια, της αυξανόμενης ηλεκτροδότησης και της γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών.

Σήμερα, οι αναδυόμενες αγορές αντιπροσωπεύουν το 76,8% της παγκόσμιας κατανάλωσης γαιάνθρακα, με την Κίνα να αντιστοιχεί περίπου στο 50% επί του ποσοστού αυτού. Το να καταργηθεί πάντως ο γαιάνθρακας συχνά απαιτεί δεκαετίες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να μειωθεί η κατανάλωση του συγκεκριμένου καυσίμου κατά 90% εν συγκρίσει με το ρεκόρ της δεκαετίας του ’70 παρήλθαν 46 χρόνια. Σε ορισμένες χώρες, η χρήση του περιοριζόταν μόλις κατά 2,3% ετησίως την περίοδο 1971-2017, οπότε για να εξαλειφθεί πλήρως απαιτούνται 43 χρόνια, εκκινώντας από το έτος ρεκόρ. Πολλοί παράγοντες καθιστούν δύσκολη την απομάκρυνση από τον γαιάνθρακα. Πρώτον, η βιομηχανική χρήση του, συγκεντρωμένη στις αναδυόμενες αγορές, είναι δύσκολο να αντικατασταθεί με άλλες πηγές ενέργειας. Δεύτερον, οι μονάδες παραγωγής ενέργειας από γαιάνθρακα είναι μακροχρόνια περιουσιακά στοιχεία με ελάχιστη διάρκεια ζωής 30-40 έτη. Τρίτον, η απομάκρυνση από το δεδομένο καύσιμο συνήθως σημαίνει απώλειες για την εγχώρια μεταλλευτική βιομηχανία και τους εργαζομένους της. Στην Κίνα και στην Ινδία, τα δυναμικά εγχώρια συμφέροντα, που έχουν ορυχεία, ίσως καθυστερήσουν τη διαδικασία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ταχεία μετάβαση από τον γαιάνθρακα στο φυσικό αέριο ελάττωσε την απασχόληση στα ανθρακωρυχεία, προκάλεσε πτωχεύσεις και απότομη μείωση των αποθεμάτων εξόρυξης γαιάνθρακα.

* Οι Christian Bogmans και Claire Mengyi Li είναι στελέχη του Τμήματος Ερευνών του ΔΝΤ.