ΑΠΟΨΗ

Φορολογική απαλλαγή αλλοδαπών: «αδικία» ή λύση;

Φορολογική απαλλαγή αλλοδαπών: «αδικία» ή λύση;

Στο πλαίσιο της προσπάθειας υλοποίησης του στρατηγικού στόχου εγκατάστασης ξένων εταιρειών στην Ελλάδα και επαναπατρισμού των ταλέντων της χώρας, νομοθετήθηκε πριν από λίγες μέρες, με τον ν. 4758/2020, φορολογικό κίνητρο που προβλέπει απαλλαγή από τη φορολογία εισοδήματος και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για το 50% του εισοδήματος από μισθωτή εργασία για μία 7ετία σε φυσικά πρόσωπα φορολογικούς κατοίκους αλλοδαπής που θα έρθουν να εργασθούν σε νέες θέσεις στην Ελλάδα. «Αδικο», θα μπορούσε να πει κανείς, για τους ανθρώπους που παρά την κρίση παρέμειναν στην Ελλάδα και δούλεψαν σκληρά για την ανόρθωση της οικονομίας, υπομένοντας την υψηλή φορολογία και την ειδική (αλλά τελικά γενική και μόνιμη) εισφορά αλληλεγγύης. Ωστόσο, αν το καλοσκεφτούμε, κάθε φορολογικό κίνητρο ενέχει ένα στοιχείο «αδικίας», επειδή εξ ορισμού δεν παρέχεται σε όλους, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που πληρούν τα κριτήρια. Ο λόγος που το συγκεκριμένο κίνητρο δημιουργεί πιο έντονο το αίσθημα της αδικίας είναι ότι με αυτό «θίγεται» η τσέπη όλων μας, δηλαδή κάθε Ελληνα μισθωτού που δεν θα μπορεί να υπαχθεί σε αυτό το ευνοϊκό καθεστώς.

Ταυτόχρονα, εκείνος που θα έρθει στη χώρα για παρόμοια δουλειά και με αντίστοιχες αποδοχές θα φορολογείται κατά 50% λιγότερο.

Χρειάζεται να αναλογιστούμε, όμως, μήπως ήρθε η ώρα να σκεφτούμε διαφορετικά. Μήπως πρέπει να δεχτούμε να «εγκαταλείψουμε» ένα μικρό κομμάτι «δικαιοσύνης» προσβλέποντας στην επίτευξη ευρύτερων στόχων τόσο της ελληνικής οικονομίας όσο και της κοινωνίας;

Ενα από τα καίρια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας είναι η απώλεια του ικανού ανθρώπινου δυναμικού. Ελληνες με εξαιρετικές ικανότητες εγκαταλείπουν την Ελλάδα αναζητώντας εργασία σε ξένες χώρες όπου οι μισθοί είναι υψηλότεροι και η φορολογία είτε σε παρόμοια επίπεδα με τα ελληνικά είτε και χαμηλότερη, με υψηλότερο μάλιστα συνήθως επίπεδο κοινωνικών παροχών. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι μη ανταγωνιστικές συγκριτικά με τις αλλοδαπές στην προσέλκυση ικανού ανθρώπινου δυναμικού για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Ολα αυτά σε μια εποχή που η αξία του «ενεργητικού» μιας χώρας καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από το άυλο στοιχείο (τεχνογνωσία) παρά από τις brick and mortar επενδύσεις (πάγια).

Και πώς θα μπορούσε το φαινόμενο αυτό να αντιμετωπιστεί; Υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία είναι μάλλον απίθανο να μπορέσουν οι ελληνικές εταιρείες (πλειονότητα των περιπτώσεων) να προσφέρουν μισθούς ανταγωνιστικούς προς εκείνους των αλλοδαπών εταιρειών. Συνεπώς, αυτό που μένει είναι η φορολογία. «Να μειωθεί η φορολογία για όλους» θα πει κάποιος. Ομως, πόσο ρεαλιστικό μπορεί να είναι αυτό υπό τη σημερινή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας;

Το νέο φορολογικό κίνητρο θα δώσει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να βγουν πιο ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά εργασίας καθιστώντας το καθαρό εισόδημα που θα απομένει για τους υποψήφιους εργαζομένους από το εξωτερικό πιο ελκυστικό, χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση δική τους. Αυτό, σε συνδυασμό με το σχετικά χαμηλότερο κόστος ζωής στην Ελλάδα συγκριτικά με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, θα καταστήσει τη χώρα πιο ελκυστική τόσο σε αλλοδαπούς εργαζομένους όσο και σε Ελληνες που εργάζονται στην αλλοδαπή, δίνοντάς τους κίνητρο να επαναπατριστούν. Επιπλέον, αυτό το μέτρο, εφόσον δεν είναι μεμονωμένο και εντάσσεται σε ένα μεγαλύτερο στρατηγικό σχέδιο για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, μπορεί να καταστήσει την Ελλάδα πόλο έλξης αλλοδαπών επιχειρήσεων για την εγκατάσταση κεντρικών μονάδων. Ετσι μπορεί να αυξηθεί το ΑΕΠ της χώρας προς όφελος όλων, με μακροπρόθεσμο στόχο την αντίστοιχη σταδιακή οριζόντια μείωση των φορολογικών συντελεστών για όλους.

Φαίνεται λοιπόν ότι με τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά και με την ύπαρξη μηχανισμών που θα εξασφαλίσουν ότι δεν θα εφαρμόζεται αυτή η φορολογική απαλλαγή καταχρηστικά, θα μπορέσουμε όλοι να βγούμε κερδισμένοι μακροπρόθεσμα, αποδεχόμενοι ίσως κάποιες «αδικίες» βραχυπρόθεσμα.

* Η κ. Κατερίνα Γριβάκη είναι Tax Director, PwC Ελλάδας.