ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άλφρεντ Κάμερ στην «Κ»: Αντίδοτο και για την COVID οι μεταρρυθμίσεις

Ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ Άλφρεντ Κάμερ μιλάει στην «Κ» για τη νέα κρίση και τα λάθη των μνημονίων

alfrent-kamer-stin-k-antidoto-kai-gia-tin-covid-oi-metarrythmiseis-561202231

Να διπλασιάσει τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, ώστε να αντιμετωπίσει τη διπλή πρόκληση της κληρονομιάς των μνημονίων, αλλά και της COVID-19, καλεί την Ελλάδα ο Άλφρεντ Κάμερ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ. Φροντίζει να επισημάνει ότι οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν και την αύξηση της χρηματοδότησης μιας καλά στοχευμένης κοινωνικής προστασίας.  

Μιλώντας στην «Κ», ο Γερμανός διάδοχος του Πόουλ Τόμσεν στην Ευρώπη από τον περασμένο Αύγουστο, προειδοποιεί να μην αποσυρθούν πρόωρα τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης, για να μην προκληθούν μόνιμες βλάβες σε όρους ανεργίας και φτώχειας. Προσθέτει, πάντως, πως μόλις η ανάκαμψη εδραιωθεί, οι χώρες με υψηλό χρέος πρέπει να ξεκινήσουν μια σταδιακή πορεία σταθεροποίησης.

Ο κ. Κάμερ τάσσεται υπέρ της συνέχισης μιας διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής στην ΕΚΤ και υπέρ της αναμόρφωσης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Χτυπάει καμπανάκι για τις τράπεζες λέγοντας ότι χρειάζεται επειγόντως μια ολοκληρωμένη στρατηγική και στο πλαίσιο αυτό προτείνει να εξετασθεί η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών.

Επίσης, μιλάει ανοιχτά για τα μαθήματα που πήρε το ΔΝΤ από την ελληνική κρίση, για το πού πέτυχαν και πού απέτυχαν τα μνημόνια.
 
– Bρήκατε ικανοποιητική την αντιμετώπιση της κρίσης COVID-19 από την Ε.Ε. και συγκεκριμένα το πρόγραμμα Next Generation EU;
– Ναι, το πακέτο ανάκαμψης της Ε.Ε. των 750 δισ. ευρώ θα μπορούσε να δώσει μια αξιοσημείωτη ώθηση στην ανάκαμψη, αν τα κράτη ξοδέψουν τα χρήματα σε επενδύσεις και προγράμματα υψηλής ποιότητας. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι 390 δισ., σχεδόν το 3% του ΑΕΠ της Ε.Ε., είναι με τη μορφή επιχορηγήσεων και οι χώρες που επλήγησαν σκληρά από την κρίση, καθώς και αυτές με χαμηλότερο εισοδηματικό επίπεδο, θα επωφεληθούν ιδιαιτέρως από αυτές. Επιπλέον, η πλειονότητα των πόρων ανάκαμψης της Ε.Ε. αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και σε επενδύσεις για την ψηφιοποίηση. Τέλος, το Ταμείο Ανάκαμψης είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να δώσει κίνητρα να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις και να αντιμετωπισθούν μακροχρόνια διαρθρωτικά εμπόδια στην αναπτυξιακή διαδικασία. Αν εφαρμοσθούν αποφασιστικά, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή επίδραση του πακέτου ανάκαμψης.
 
– Για πόσο καιρό ακόμη πιστεύετε ότι η ΕΚΤ πρέπει να συνεχίσει να κάνει «οτιδήποτε χρειαστεί»;
– Ο ονομαστικός και ο δομικός πληθωρισμός προβλέπεται να φτάσουν στο κατώτατο σημείο τους στις αρχές του επόμενου χρόνου, καθώς προσωρινοί παράγοντες θα εκλείπουν. Ωστόσο, ο πληθωρισμός θα παραμείνει αρκετά κάτω από τον μεσοπρόθεσμο στόχο της ΕΚΤ για ποσοστό «χαμηλότερο, αλλά κοντά στο 2 τοις εκατό» για μια παρατεταμένη περίοδο, εξαιτίας της επίμονα ασθενούς ζήτησης και της μεγάλης αδυναμίας στις αγορές εργασίας. Αυτό υποδεικνύει την ανάγκη συνέχισης μιας διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής, ώστε να υποστηριχθεί η ανάκαμψη και να αντιμετωπισθούν οι αποπληθωριστικές πιέσεις λόγω πανδημίας. Εμείς καλωσορίζουμε τη δέσμευση της ΕΚΤ να προσαρμόσει τα εργαλεία πολιτικής της όπως χρειάζεται, ώστε να διασφαλίσει την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου της για τον πληθωρισμό.
 
– Το δεύτερο κύμα της πανδημίας προσθέτει νέες απειλές; Πώς θα έπρεπε να αντιδράσουν οι κυβερνήσεις;
– Το δεύτερο κύμα του ιού δημιουργεί έναν σημαντικό κίνδυνο για την ανάκαμψη, καθώς τα αυξανόμενα κρούσματα και η επιβολή εκ νέου lockdown έχουν πλήξει την εμπιστοσύνη και έχουν μειώσει την κινητικότητα. Αυτό σημαίνει ότι την καλύτερη από το αναμενόμενο έκβαση του ρυθμού ανάπτυξης το τρίτο τρίμηνο του 2020 πιθανότατα θα ακολουθήσει μια ασθενής δραστηριότητα στο τέταρτο τρίμηνο του 2020 και στις αρχές του 2021, καθυστερώντας έτσι την οικονομική ανάκαμψη. Ενώ τα θετικά νέα για το εμβόλιο μας δίνουν κάποια ασφάλεια, υπάρχει ακόμη σημαντική αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά την ταχύτητα της διανομής των εμβολίων και το πότε θα επιτευχθεί η ανοσία αγέλης. Με την αναζωπύρωση της πανδημίας, οι εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να εξακολουθήσουν να παρέχουν την πρώτη γραμμή άμυνας, καθώς η πρόωρη απόσυρση της δημοσιονομικής στήριξης θα μπορούσε να εκτροχιάσει την ανάκαμψη. Ωστόσο, καθώς η ανάκαμψη σταδιακά θα σταθεροποιείται και η πανδημία θα υποχωρεί, οι κυβερνήσεις πρέπει να επικεντρωθούν στη διευκόλυνση της ανακατανομής της εργασίας και του κεφαλαίου προς τομείς και επιχειρήσεις που θα είναι βιώσιμες μετά την πανδημία, καθώς και στην ενίσχυση μιας ανάπτυξης για όλους και στον περιορισμό των δημοσιονομικών αδυναμιών. Αν οι προοπτικές επιδεινωθούν περαιτέρω σημαντικά, θα χρειαστεί πρόσθετη, ευρεία δημοσιονομική στήριξη. Η πλήρης αξιοποίηση της χρηματοδότησης της Ε.Ε. και η συνέχιση του χαμηλού κόστους δανεισμού θα βοηθήσουν τις υπερχρεωμένες χώρες να διατηρήσουν την αναγκαία δημοσιονομική στήριξη κατά την ανάκαμψη. Ωστόσο, μόλις η ανάκαμψη εδραιωθεί, οι χώρες με υψηλό χρέος θα χρειαστεί να ξεκινήσουν μια σταδιακή αλλά σταθερή πορεία σταθεροποίησης.
 
– Πότε πρέπει να εγκαταλείψει η Ε.Ε. τη «γενική ρήτρα διαφυγής» και να επιστρέψει στους αυστηρούς δημοσιονομικούς της κανόνες; Μήπως πρέπει να επανεξετάσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης;
– Υποστηρίζουμε πλήρως την απόφαση για την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής. Οι χώρες πρέπει να είναι σε θέση να παράσχουν τους απαραίτητους δημοσιονομικούς πόρους για να αντιμετωπίσουν την τρέχουσα κρίση. Η ανάκαμψη πρέπει να έχει εδραιωθεί με ασφάλεια, πριν απενεργοποιηθεί η ρήτρα. Ενδεχόμενη επαναφορά της κανονικής λειτουργίας των κανόνων πολύ νωρίς, θα μπορούσε να προκαλέσει μια πρόωρη απόσυρση της δημοσιονομικής στήριξης και να εκτροχιάσει την ανάκαμψη. Επιπλέον, όπως υποστηρίζουμε εδώ και καιρό, το ισχύον πακέτο δημοσιονομικών κανόνων είναι υπερβολικά περίπλοκο και πρέπει να αναμορφωθεί. Αυτό έχει καταστεί ακόμη πιο επείγον, δεδομένης της δημοσιονομικής αντιμετώπισης της κρίσης COVID-19 και της αύξησης των επιπέδων χρέους. Η τρέχουσα συγκυρία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την αναμόρφωση των κανόνων, καθώς η ρήτρα διαφυγής έχει ενεργοποιηθεί. Η Κομισιόν έχει ξεκινήσει μια αξιολόγηση των δημοσιονομικών κανόνων και οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα μπορούσαν να της αναθέσουν το καθήκον να υποβάλει μια πρόταση αναμόρφωσης των δημοσιονομικών κανόνων στο πλαίσιο αυτής της αξιολόγησης.

Οι μισθοί μειώθηκαν υπερβολικά, οι αλλαγές προχώρησαν αργά

alfrent-kamer-stin-k-antidoto-kai-gia-tin-covid-oi-metarrythmiseis0
Υποστηρίζουμε πλήρως τους στόχους της κυβέρνησης να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, να επιταχύνει την ψηφιοποίηση και να επαναπροσανατολίσει το παραγωγικό μοντέλο προς μια πράσινη και εξωστρεφή ανάπτυξη, τονίζει ο Αλφρεντ Κάμερ. 

– Θα επιβιώσει η ελληνική οικονομία από μια δεύτερη κρίση;
– Η ισχυρή δράση πολιτικής εκ μέρους της κυβέρνησης βοήθησε να στηριχθούν οι άνθρωποι και τα εισοδήματα, αλλά το ανθρώπινο και το οικονομικό κόστος της COVID-19 παραμένει σημαντικό. Η πρόσφατη έκθεση του προσωπικού μας για τη δεύτερη μετα-προγραμματική παρακολούθηση της Ελλάδας, προβλέπει μια ύφεση 9,5% το 2020, ακολουθούμενη από μια ανάκαμψη γύρω στο 5,7% το 2021 και 2022. Εκτοτε παρακολουθούμε έναν αυξανόμενο αριθμό περιστατικών COVID-19 στην Ελλάδα και σε βασικούς εμπορικούς της εταίρους. Αν και το δεύτερο lockdown πιθανότατα θα καθυστερήσει την προσδοκώμενη ανάκαμψη, η απόφαση της κυβέρνησης να στηρίξει περαιτέρω τους εργαζομένους, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις είναι πολύ ευπρόσδεκτη και θα περιορίσει την επίπτωση του δεύτερου κύματος. Επίσης, οι ταχύτερες εξελίξεις στο μέτωπο του εμβολίου και η γρήγορη διανομή του στην Ελλάδα και στην περιοχή, όπως ευελπιστούμε, θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά τις προοπτικές, ιδίως στην Ελλάδα, όπου οι τουρίστες τείνουν να καταφθάνουν το καλοκαίρι.
 
– Πού έκαναν λάθος τα τρία μνημόνια –και το ΔΝΤ– και ποια ήταν η θετική συνεισφορά τους στην ελληνική οικονομία;
– Εδώ θα επικαλεσθώ αυτά που είπε η γενική διευθύντριά μας σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα σας πριν από μερικούς μήνες. Εχουμε δημοσιεύσει αρκετές αξιολογήσεις της βοήθειάς μας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Παρότι η κρίση του 2010-18 υπήρξε τραυματική, η Ελλάδα παρέμεινε στην Ευρωζώνη και ελέγχθηκαν σχετικά καλά οι παρενέργειες στην παγκόσμια οικονομία. Με την ολοκλήρωση των προγραμμάτων, η Ελλάδα είχε πετύχει στέρεη ανάπτυξη, αποκλιμακούμενη ανεργία και επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης, εν μέσω βελτιωμένης δημοσιονομικής διαχείρισης και κάποιας δυναμικής στις προσπάθειες εξυγίανσης του τραπεζικού τομέα. Τούτων λεχθέντων, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την κληρονομιά της κρίσης και τώρα βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με τις προκλήσεις που σχετίζονται με την COVID-19. Ως εκ τούτου, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες πρέπει να διπλασιαστούν, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για μια ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη για όλους. Αυτό περιλαμβάνει την αύξηση της χρηματοδότησης μιας καλά στοχευμένης κοινωνικής προστασίας, ιδίως για την περίθαλψη των πλέον ευάλωτων. Η ισχυρή κοινωνική συνοχή επέτρεψε στην Ελλάδα να τα βγάλει πέρα καλά με το σοκ της COVID-19 και ας ελπίσουμε ότι αυτό θα συνεχιστεί ώστε να αντιμετωπίσει και τα επακόλουθά του.
 
– Πήρε το ΔΝΤ κάποια μαθήματα από την ελληνική κρίση;
– Εχουν υπάρξει αρκετές αυστηρές αξιολογήσεις της βοήθειας του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη, περιλαμβανομένης αυτής από το Ανεξάρτητο Γραφείο Αξιολόγησής μας. Από τις μελέτες αυτές, εγώ καταλήγω στα εξής τέσσερα γενικά μαθήματα. Πρώτον, η εγχώρια ιδιοκτησία του προγράμματος, η πολιτική σταθερότητα και η δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων είναι ουσιώδους σημασίας ώστε να οικοδομηθεί ευρεία υποστήριξη για τις μεταρρυθμίσεις. Υπερβολικά μεγάλο μέρος του βάρους για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας έπεσε στους εργαζομένους, μέσω της μείωσης των μισθών, ενώ υστέρησαν οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων, στο σύστημα δικαιοσύνης και στη βιομηχανία δικτύων, που αποσκοπούσαν στη μείωση του κόστους ζωής ή του επιχειρείν. Αυτά τα παραδείγματα αναδεικνύουν τη σημασία της κατάλληλης αλληλουχίας των μεταρρυθμίσεων, καθώς και της διασφάλισης της εφαρμογής τους και όχι μόνο της υιοθέτησής τους.

Δεύτερον, ο ρεαλισμός είναι καθοριστικός. Σε κάποιες περιοχές, όπως στη δημοσιονομική πολιτική, το μέγεθος της εμπροσθοβαρούς προσαρμογής της Ελλάδας ήταν φιλόδοξο, με βάση τα διεθνή δεδομένα. Σε άλλες, όπως η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα, η προσέγγιση ήταν πολύ διστακτική, κάτι που συνεχίζει να θέτει εμπόδια στην παροχή πιστώσεων ακόμη και σήμερα. Τρίτον, η παροχή εξαρχής δεσμεύσεων για ελάφρυνση του χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο, είναι προϋπόθεση για την επιτυχία του προγράμματος σε συνθήκες όπως αυτές που αντιμετώπιζε η Ελλάδα. Και τέλος, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης είναι ουσιώδες να υπάρχει στενή συνεργασία με τους διάφορους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ρυθμιστικές αρχές και επόπτες.
 
– Γιατί τάσσεται τώρα το ΔΝΤ υπέρ υψηλότερων ελλειμμάτων για την Ελλάδα, όπως στην πρόσφατη δεύτερη μετα-προγραμματική του έκθεση;
– Αυτό δεν είναι καθόλου νέο. Επί μακρόν, το ΔΝΤ ζητούσε χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους για την Ελλάδα και ρήτρες διαφυγής ώστε να διασφαλισθεί ότι ενδεχόμενα προσωρινά οικονομικά σοκ δεν οξύνονται εξαιτίας της δημοσιονομικής προσαρμογής. Ευτυχώς, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αντέδρασαν σωστά, αναστέλλοντας τους δημοσιονομικούς κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και παράλληλα χαλαρώνοντας τους στόχους υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για την Ελλάδα, σε συνέχεια του σοκ της COVID-19. Εκτιμούμε ότι θα πάρει λίγο χρόνο πριν ανακάμψει η Ελλάδα από το σοκ αυτό. Γι’ αυτό, θα εφιστούσα την προσοχή να μην αποσυρθεί πρόωρα η δημοσιονομική στήριξη, ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση μόνιμης βλάβης από την πανδημία σε όρους υψηλότερης ανεργίας, κινδύνου φτώχειας και απώλειας εισοδήματος.

– Στην έκθεση αυτή επίσης αναδεικνύετε συνεχιζόμενες αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος. Τι πρέπει να γίνει;
– Oι ελληνικές τράπεζες εισήλθαν στην κρίση της COVID-19 με περιορισμένα μαξιλάρια ασφαλείας, το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) στην Ευρωζώνη και αδύναμη ποιότητα τραπεζικού κεφαλαίου. Η πανδημία πυροδότησε ένα ευρύ φάσμα μέτρων στήριξης, τα οποία θα τις προστατεύσουν, αλλά είναι πιθανό να προκύψει ένα νέο κύμα προβληματικών δανείων, όταν αυτή η διευκόλυνση αποσυρθεί. Ως αποτέλεσμα, χρειάζεται επειγόντως μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις και τις χρονίζουσες αδυναμίες του τραπεζικού τομέα. Ενώ η παροχή κρατικών εγγυήσεων στις τιτλοποιήσεις των τραπεζών (σχέδιο «Ηρακλής») είναι ευπρόσδεκτη, δεν είναι μια ολοκληρωμένη λύση, καθώς αφήνει ένα μεγάλο μέρος των ΜΕΑ στους ισολογισμούς των τραπεζών και δεν αντιμετωπίζει την ασθενή ποιότητα του τραπεζικού κεφαλαίου. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος να συσταθεί μια εταιρεία διαχείρισης ενεργητικού θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική προσθήκη στην εργαλειοθήκη. Ωστόσο, θα συνιστούσαμε να γίνει μια ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους της πρότασης με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων των τραπεζών, της κυβέρνησης, των ρυθμιστικών αρχών και των Ευρωπαίων εταίρων. Η πανδημία επίσης επιβάλλει τη χρήση αποτελεσματικών εργαλείων για την επίλυση του προβλήματος αδυναμίας εξόφλησης δανείων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ο νέος πτωχευτικός κώδικας της κυβέρνησης είναι ελπιδοφόρος και έρχεται στη σωστή στιγμή, αν και η αποτελεσματική εφαρμογή του θα είναι καθοριστική.
 
– Σε ποιες μεταρρυθμίσεις θα δίνατε προτεραιότητα στην Ελλάδα τώρα, για μια βιώσιμη ανάκαμψη;
– Είναι αξιέπαινες οι προσπάθειες των Αρχών να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Οι στόχοι και οι φιλοδοξίες της νέας εθνικής στρατηγικής ανάπτυξης μπορούν να προωθήσουν την παραγωγικότητα και την καινοτομία, όταν καταστεί διαθέσιμη η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Υποστηρίζουμε πλήρως τους στόχους της κυβέρνησης να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, να επιταχύνει την ψηφιοποίηση και να επαναπροσανατολίσει το παραγωγικό μοντέλο προς μια πράσινη και εξωστρεφή ανάπτυξη. Η κυβέρνηση σωστά θέτει ως προτεραιότητες την ευελιξία και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας. Οταν υιοθετηθούν, οι πολιτικές αυτές πρέπει να εφαρμοσθούν άμεσα και η κυβέρνηση θα πρέπει να αρχίσει να επιλύει δυσκαμψίες στην αγορά εργασίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μη αντιστοίχιση προσόντων και το υψηλό επίπεδο νέων και μακροχρόνια ανέργων. Πρόσθετες μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν τη διευκόλυνση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, την αύξηση της υγειονομικής δαπάνης και την κάλυψη των κενών στο εισοδηματικό σχήμα της κοινωνικής αλληλεγγύης.