ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μια αισιόδοξη θεώρηση της ελληνικής οικονομίας

mia-aisiodoxi-theorisi-tis-ellinikis-oikonomias-561214375

Με την ελληνική οικονομία να ταλανίζεται εδώ και 10 μήνες από τις επιπτώσεις της πανδημίας και το ΑΕΠ να έχει συρρικνωθεί κατά 8,5% έως τώρα, ένα άρθρο που σκοπεύει να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας αισιόδοξης εκδοχής για το μέλλον μπορεί να ακούγεται σε πολλούς ως ανεδαφικό, ίσως και προσβλητικό. Ωστόσο, χωρίς να θέλω να παραγνωρίσω το τεράστιο οικονομικό και όχι μόνο κόστος που έχει υποστεί η πλειονότητα των Ελλήνων, πιστεύω ότι οι εξελίξεις διαγράφονται ιδιαίτερα θετικές για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Ο βασικός λόγος αυτής της εκτίμησής μου είναι ότι, για πρώτη φορά ίσως από το μακρινό 2009, το υφιστάμενο οικονομικό επιτελείο έχει στη διάθεσή του ουσιαστικά μέσα άσκησης οικονομικής πολιτικής. Οπως όλοι γνωρίζουμε, η προηγούμενη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας, αντιπαραγωγικά πρωτογενή πλεονάσματα, υψηλά πραγματικά επιτόκια και περιορισμένες τραπεζικές χρηματοδοτήσεις. Τέλος, και τα ευρωπαϊκά κονδύλια ήταν σε μεγάλο βαθμό καθορισμένα από τον προηγούμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2014-2020.

Ολο αυτό το δυσμενές περιβάλλον έρχεται τώρα να ανατραπεί άρδην και στους τρεις αυτούς πυλώνες οικονομικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, χωρίς κανένας –και πολύ σωστά– να το πολυδιαφημίζει, η ελληνική οικονομία μετά το πέρας της πανδημίας δεν πρόκειται να επιστρέψει στα επώδυνα πλεονάσματα του 3,5%-4%. Ταυτόχρονα, η υπαγωγή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης PEPP της ΕΚΤ, η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ με αρνητικό κόστος και η επιστροφή καταθέσεων έχουν δημιουργήσει συνθήκες υπερβάλλουσας ρευστότητας στην ελληνική οικονομία. Τέλος, και το περιβόητο Next Generation EU ανέρχεται στο 20% του ΑΕΠ του 2020, διπλασιάζοντας ουσιαστικά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας για την επόμενη επταετία.

Ολα τα ανωτέρω σημαίνουν ότι οδηγούμαστε σε ένα περιβάλλον όπου οι μεν ασκούντες την οικονομική πολιτική σε Ελλάδα και Ευρωζώνη συνεχίζουν να παραμένουν προσηλωμένοι στην τρέχουσα δυσμενή συγκυρία –ασκώντας επεκτατική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική–, ενώ αντίθετα οι οικονομικοί παράγοντες (αγορές, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) προεξοφλούν τις θετικές προσδοκίες του μέλλοντος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργούνται οι ιδανικές συνθήκες, που περιγράφονται με τον όρο Goldilocks στην οικονομική ορολογία, ισχυρής ανάπτυξης, θετικής πορείας των αγορών και ταυτόχρονα απουσίας πληθωριστικών πιέσεων και χαμηλού κόστους χρήματος.

Ποια τα ρίσκα μέσα σε αυτό το θετικό σκηνικό; Ενας φόβος είναι το χρέος, το οποίο αναμένεται να ξεπεράσει το 208% του ΑΕΠ. Ωστόσο, η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο συνδυασμός λελογισμένων πρωτογενών πλεονασμάτων, ταμειακών διαθεσίμων του Δημοσίου, υψηλής ανάπτυξης και συγκέντρωσης μεγάλου μέρους των ελληνικών ομολόγων στα χέρια μικρού αριθμού ισχυρών εγχώριων θεσμικών επενδυτών θα αποτρέψει το χρέος από το να αποτελέσει παράγοντα οικονομικής αποσταθεροποίησης.

Αντίθετα, δύο άλλοι παράγοντες θα πρέπει να μας προβληματίσουν. Ενα πολύ σημαντικό ρίσκο που ξεφεύγει από τη στενή οικονομική θεώρηση είναι αυτό της διεύρυνσης της ανισότητας. Αυτό συνεπάγεται την περιθωριοποίηση όχι μόνο των ασθενέστερων αλλά και των μικρότερων επιχειρηματικών μονάδων, οδηγώντας πολλούς κλάδους σε ολιγοπωλιακές δομές περιορισμένου ανταγωνισμού και υψηλών περιθωρίων κέρδους. Τέλος, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εισροή ολοένα και μεγαλύτερων επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό θα έχει πολλαπλές θετικές επιπτώσεις, ωστόσο θα οδηγήσει νομοτελειακά και στη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στην αξία της ελληνικής παραγωγής (δηλαδή την αξία του ΑΕΠ) και στο ύψος του εθνικού εισοδήματος (δηλαδή την αξία του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος), το οποίο παραμένει στη χώρα και κατανέμεται μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Προσομοιάζοντας με την ιρλανδική οικονομία, και η ελληνική θα αρχίζει να καταγράφει επίπεδα ΑΕΠ μεγαλύτερα από τα επίπεδα εθνικού εισοδήματος, λόγω της ετήσιας μεταφοράς στο εξωτερικό κερδών και εισοδημάτων που αναλογούν στα ξένα κεφαλαία που επενδύονται στην ελληνική οικονομία. 

* Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς.