ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έτοιμη να θέσει περιβαλλοντικά κριτήρια στις αγορές εταιρικών ομολόγων η ΕΚΤ

etoimi-na-thesei-perivallontika-kritiria-stis-agores-etairikon-omologon-i-ekt-561216955

Στην εμπροσθοφυλακή της μάχης κατά της κλιματικής αλλαγής αναμένεται να βρεθεί το 2021 η Κριστίν Λαγκάρντ. Η πρόεδρος της ΕΚΤ εκτιμάται πως θα περιορίσει σημαντικά τις αγορές ομολόγων που έχουν εκδώσει εταιρείες ορυκτών καυσίμων ή άλλες με διαπιστωμένα μεγάλες εκπομπές καυσαερίων. Η εικόνα προκύπτει από δημοσκόπηση που διεξήγαγε μεταξύ οικονομολόγων η βρετανική εφημερίδα Financial Times.

Εχει, όμως, προηγηθεί και η υπόσχεση της κ. Λαγκάρντ ότι θα θέσει την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σε προτεραιότητα όταν θα αναθεωρηθούν η στρατηγική της κεντρικής τράπεζας, οι στόχοι της και τα εργαλεία της. Βάσει του αρχικού σχεδιασμού, η εν λόγω αναθεώρηση θα  ολοκληρωθεί μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2021. Τα 2/3 των ερωτηθέντων οικονομολόγων προβλέπουν πως η αναθεώρηση στρατηγικής θα οδηγήσει την ΕΚΤ να εγκαταλείψει την «ουδετερότητά» της ως προς την αγορά, δηλαδή την αρχή ότι οι αγορές ομολόγων γίνονται βάσει της αναλογίας που αντιπροσωπεύουν στο σύνολο της αγοράς.

Η Τράπεζα έχει δεχθεί επικρίσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις που την κατηγορούν ότι αγοράζοντας εταιρικά ομόλογα αξίας 248 δισ. ευρώ έχει υποστηρίξει εις το έπακρον τις πετρελαϊκές εταιρείες και τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και γενικότερα όσες βιομηχανίες επιβαρύνουν στον μέγιστο βαθμό το περιβάλλον με μεγάλες εκπομπές καυσαερίων.

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, ο Πολ Ντιγκλ, επικεφαλής των οικονομολόγων της Aberdeen Standard Investments, χαρακτηρίζει πρόσχημα την αρχή της «ουδετερότητας» προς την αγορά και επισημαίνει ότι πάντα υπάρχει επιλογή στο ποια ομόλογα θα αγοράσει και ποια δεν θα αγοράσει η Τράπεζα και «επομένως, γιατί να μην είναι αυτές οι επιλογές συμβατές με τις πολιτικές προτιμήσεις της;».

Παράλληλα με την ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες εξετάζουν τρόπους για να συνδράμουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η Τράπεζα της Σουηδίας αφαίρεσε προσφάτως από τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα ομόλογα που είχαν εκδώσει περιφέρειες της Αυστραλίας και του Καναδά με κριτήριο το ύψος των εκπομπών καυσαερίων αυτών των περιοχών. Προσφάτως, άλλωστε, η αμερικανική Federal Reserve προσχώρησε σε κοινοπραξία 75 κεντρικών τραπεζών που στηρίζουν τους στόχους της Συμφωνίας των Παρισίων, δηλώνοντας πως αναβαθμίζει το θέμα στην ατζέντα της νομισματικής της πολιτικής.

Οπως, όμως, επισημαίνουν οι F.T., ώς τώρα καμία κεντρική τράπεζα δεν έχει θέσει ρητώς κριτήρια περιβαλλοντικά στο δικό της πρόγραμμα αγορών ομολόγων. Η κ. Λαγκάρντ έχει εκφράσει την υποστήριξή της σε μια τέτοια προσέγγιση και έχει τονίσει προσφάτως πως οι κεντρικές τράπεζες πρέπει «να αναρωτηθούν» μήπως αναλαμβάνουν «υπερβολικό ρίσκο» όταν εμπιστεύονται στους επενδυτές την αποτίμηση θεμάτων σχετικών με το κλίμα.

Σύμφωνα με τον Κονσταντίν Βάιτ, διαχειριστή χαρτοφυλακίου στην επενδυτική Pimco, «μάλλον υπάρχουν αυτή τη στιγμή περισσότερες πιθανότητες από ποτέ να αποφασίσει η ΕΚΤ να μεροληπτήσει στην επιλογή της ανάμεσα στα πράσινα και τα καφέ ομόλογα». Η ιδέα δεν βρίσκει, πάντως, σύμφωνους όλους όσοι διαμορφώνουν τις αποφάσεις της Τράπεζας. Ο Γερμανός Γενς Βάιντμαν, μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, έχει εκφράσει την κατηγορηματική διαφωνία του.

Τον περασμένο μήνα σε άρθρο του στους Financial Times τόνιζε πως «δεν είναι έργο της ΕΚΤ να διορθώσει τις στρεβλώσεις της αγοράς και τις επιλογές ή τις παραλείψεις της πολιτικής». Δεν είναι ο μόνος άλλωστε. Ο Στέφαν Κουθς, διευθυντής ερευνών στο γερμανικό ινστιτούτο οικονομικών ερευνών του Κιέλου, θεωρεί πως η ΕΚΤ «είναι πολύ πιθανόν να προσαρμόσει τη νομισματική της πολιτική έτσι ώστε να επιτύχει στόχους σχετικούς με την κλιματική αλλαγή». Εκτιμά, ωστόσο, ότι είναι «κακή ιδέα».
Σύμφωνα, πάντως, με τον Φλόριαν Χένσε, οικονομολόγο της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, είναι πολύ πιθανόν να μειώσει η ΕΚΤ την έκθεσή της στα ομόλογα ρυπογόνων βιομηχανιών, «χωρίς, όμως, να εγκαταλείψει την αρχή της ουδετερότητας προς την αγορά».