ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εγκατάσταση αλλοδαπών φορολογικών κατοίκων

Εγκατάσταση αλλοδαπών φορολογικών κατοίκων

Το 2020 η πολιτεία ολοκλήρωσε το νομοθετικό πλαίσιο κινήτρων για την απόκτηση φορολογικής κατοικίας στην Ελλάδα. Η πρόσκληση εγκατάστασης απευθύνεται σε τρεις γενικές κατηγορίες φυσικών προσώπων, κατοίκων αλλοδαπής: επενδυτές υψηλής οικονομικής επιφάνειας, συνταξιούχους και εξειδικευμένα στελέχη.

Ως βασικό κίνητρο για τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας στην Ελλάδα, οι επενδυτές καταβάλλουν εφάπαξ σταθερό ποσό φόρου 100.000 ευρώ σε ετήσια βάση και για μία δεκαπενταετία, με εξάντληση της φορολογικής τους υποχρέωσης για εισοδήματα που εισπράττουν στην αλλοδαπή. Οι επενδυτές υποχρεούνται να πραγματοποιήσουν επένδυση στην Ελλάδα ελάχιστης αξίας 500.000 ευρώ σε βάθος 3ετίας.

Οι αλλοδαποί συνταξιούχοι που μεταφέρουν την κατοικία τους στην Ελλάδα φορολογούνται για όλα τα αλλοδαπά εισοδήματά τους με ενιαίο συντελεστή 7% για μία δεκαπενταετία. Σκοπός είναι η προσέλκυση προσώπων με σταθερό εισόδημα, που θα συνεισφέρουν στην οικονομία κυρίως μέσω των καθημερινών δαπανών.

Για τους εργαζομένους που μετοικούν στην Ελλάδα προβλέπεται απαλλαγή από τον φόρο για το 50% του εισοδήματός τους από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα.

Για τις ανωτέρω κατηγορίες τίθεται ως προϋπόθεση ότι τα φυσικά πρόσωπα κατοικούν μια ελάχιστη περίοδο ετών στην αλλοδαπή, προς αποφυγή καταχρηστικών συμπεριφορών.

Τα παραπάνω κίνητρα δεν αποτελούν ελληνική επινόηση, καθώς εφαρμόζονται ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με βασικό πρότυπο την Ιταλία. Οπως όμως στον τουρισμό δεν αρκούν «ο ήλιος και η θάλασσα» για την προσέλκυση τουριστών, έτσι και τα κίνητρα για τη μεταφορά κατοικίας απαιτούν συνολικότερη εγρήγορση. Σε συζητήσεις με ενδιαφερομένους σχολιάζεται, έστω και με μια δόση υπερβολής, η έλλειψη προβλεψιμότητας στην Ελλάδα.

Ενδεικτικά, τον Δεκέμβριο του 2019 ψηφίστηκε το πρώτο κίνητρο για τους επενδυτές. Ωστόσο, η εφαρμοστική υπουργική απόφαση εκδόθηκε τρεις μήνες αργότερα (26.2.2020), μόλις ένα μήνα πριν λήξει η προθεσμία υποβολής αιτήσεων. Συνεπώς, και με το επερχόμενο ξέσπασμα της COVID-19, οι αιτήσεις περιορίστηκαν σε διψήφιο αριθμό. Περαιτέρω, η σχετική υπουργική απόφαση για τη φύση της επένδυσης των 500.000 ευρώ εκδόθηκε μόλις στις 30.12.2020. Συνεπώς, οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν αίτηση ένταξης τον περασμένο Μάρτιο δεν γνώριζαν αν η επένδυση που είχαν σχεδιάσει να πραγματοποιήσουν υπάγεται στο καθεστώς ή όχι.

Αντίστοιχα, η εφαρμοστική υπουργική απόφαση για τους συνταξιούχους δημοσιεύθηκε στις 29.9.2020, μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για την ένταξη στο καθεστώς του 2020. Ως εκ τούτου, αποκλείστηκαν συνταξιούχοι που είχαν ήδη μετοικήσει στην Ελλάδα το 2019, ενώ για όσους μετοίκησαν το 2020 η διαδικασία αναβλήθηκε αυτόματα για το 2021.

Οπως συμβαίνει συχνά σε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες, έτσι και στο πλαίσιο των ανωτέρω κινήτρων εντοπίζονται ερμηνευτικά και πρακτικά ζητήματα προς επίλυση.

Σκόπιμο θα ήταν να διευκρινιστεί η δυνατότητα εφαρμογής των διμερών συμβάσεων στα αλλοδαπά εισοδήματα επενδυτών, ενώ φαίνεται προβληματική η υποχρέωση κάλυψης τεκμηρίων για τους συνταξιούχους αλλοδαπής βάσει των γενικών κανόνων.

Η ΔΟΥ Κατοίκων Εξωτερικού επιφορτίζεται με τον έλεγχο όλων των φακέλων υπαγωγής. Από την εμπειρία μας σε χειρισμό αιτήσεων για το 2020, πρώτο έτος εφαρμογής για επενδυτές, φαίνεται ότι η προϊστάμενη αρχή προσέγγισε θετικά τα ζητήματα που εγέρθηκαν προς επίλυση. Ωστόσο, με την επιφύλαξη των περιορισμών της COVID-19, ο αριθμός των αιτούντων για το 2021 αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά, αφού θα περιλαμβάνει και συνταξιούχους.

Για την έγκαιρη και ορθή διεκπεραίωση των αιτήσεων απαιτείται ενίσχυση της ΔΟΥ με προσωπικό που θα έχει γνώση των νέων καθεστώτων και άμεση πρόσβαση σε αρμόδια στελέχη του υπουργείου για την επίλυση ειδικών ζητημάτων. Η πείρα διδάσκει ότι χωρίς την υποστήριξη της φορολογικής διοίκησης, οποιοδήποτε κίνητρο μπορεί να καταστεί ανενεργό.

* Ο κ. Κώστας Καλλιντέρης είναι Head of Private Clients της PwC.